Κυριακή Β΄Λουκᾶ - Ἄνθρωπε ἀγάπα!


«…πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες»
Μιὰ «ἄλλη» πρόταση ζωῆς καταθέτει Ἐκκλησία σήμερα στὸν κόσμο, καθι στῶντάς τον κοινωνὸ στὰ λόγια τοῦ Νυμφίου της. Μιὰ πρόταση ἐπαναστατι κή, ὄντως νέα καὶ δυνατὰ ἀνθρώπινη: «…Ἐγὼ σᾶς λέγω νἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς σας καὶ νὰ τοὺς εὐεργετῆτε καὶ νὰ τοὺς δανείζετε, χωρὶς νὰ ἐλπίζε τε σὲ κανένα ἀντάλλαγμα…» (Λκ.στ΄35).
Πρόκειται γιὰ τὴν «πρόταση» τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι γλυκύ τερη καὶ πιὸ δυνατὴ ἀπ τὴ ζωή, ποὺ δὲν λογαριάζει τίποτε ὄντας πιὸ ἰσχυρὴ κι ἀπτὸ θάνατο. Πρόκειται γιὰ τὴν μοναδικὴ ἀπάντηση στὸν κόσμο, ποὺ αὐτοφυλακισμένος στή βία καὶ στὴ λατρεία τοῦ μίσους, γεύεται τὴν ἀπόγνω ση, μυρίζοντας θάνατο. γῆ πιὰ ἔχει καταντήσει νὰ γίνῃ ἕνα στοιχειωμένο δάσος ἀπὸ σταυρούς, μνήματα ξερά, κρεμάλες, στρέβλες, τροχούς, μάγγανα καὶ φραγγέλια. Γίνηκε ἕνας τόπος ἐξορίας, γιατὶ ἀνάμεσά μας ἀνοίξαμε πόλε μο ἀνελέητο, γιατὶ καθένας μας, σὰν πεινασμένο κοράκι, τροφὴ βλέπει στοῦ ἀδελφοῦ τὸ πτῶμαΣαὐτὸν τὸν κόσμο, ποὺ «Ἄβελ καὶ Κάϊν ξαναζοῦν γιὰ νὰ ξανασκοτωθοῦν, ποὺ ᾅδης ὅλο καὶ πιότερο γυρεύει, πεινῶντας ἀβυσσαλέα, τὸν ἀν θρώπινο κολασμό, δίχως ἔλεος κανένα, σαὐτὸν τὸν κόσμο Χριστὸς κραυγάζει: ἌνθρωπεαἀγάπαΚόλασητὸ μαρτύριο τοῦ νὰ μὴν ἀγαπάῃ κανεὶς» (Ντοστογιέφσκι)
Στὸν ἄνθρωπο τοῦ 2000 μ.Χ. ποὺ πασχίζει νὰ πείσῃ τοὺς πάντεςκαὶ περισσότερο ἀπ ὅλα τὸν ἑαυτὸ τουὅτι καθαρὴ ἀνθρώπινη ἀγάπη μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ χωρὶς τὴν ἀγάπη στὸ Θεό, ὅτι αὐτὴ μόνη μπορεῖ νὰ γεμίσῃ τὸ κενὸ ποὺ ἄφησε …«θάνατος τοῦ Θεοῦ», Ἐκκλησία λέει ξεκάθαρα ὅτι ἀγάπη εἶναι ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΟ μυστήριο· εἶναι πυρσὸς ποὺ πυρακτώνει τὴν καρδιὰ μας γιὰ «πόθο ἄπειρο τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν μας» (Συμεὼν Νέος Θεολόγος). Εἶναι μιὰ θυσία, εἶναι καύση τῆς καρδιᾶς γιὰ ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ, ἕνα προσκύνημα πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς μας τοὺς ἀνθρώπους, πληρωμένο μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς σὰν ἀγαπᾶμε, «δὲν προσκυνᾶμε οὐσιαστικά τοὺς ἀδελφοὺς μας, ἀλλὰ τὸ Θεὸ προσκυνᾶμε- ἄλλωστε ἔχει λεχθεῖ: εἶδες τὸν ἀδελφὸ σου, εἶδες Κύριο τὸ Θεὸ σου» (Ἀββᾶς Ἀπολλὼ).
Ἀγάπη χωρὶς τὸ Θεὸ δὲν ὑπάρχει. Μόνο ἂν ἀγαπᾶμε ἀληθινὰ τὸ Θεὸ μποροῦμε νἀγαπήσουμε τὸν ἄνθρωπο· καὶ μόνο ἂν ἀγαπᾶμε ἀληθινὰ τὸν ἄνθρωπο, μποροῦμε νἀγαπήσουμε τὸ Θεό«Γιατὶ ἂν πράγματι Θεὸς εἶναι ἀγάπη, τότε ἀποξενωμένος ἀπτὴν ἀγάπη, εἶναι ἀποξενωμένος ἀπτὸ Θεὸ» (Μάξιμος Ὁμολογητὴς). ἀγάπη εἶναι δρόμος ποὺ ἑνώνει τὴν κτίση μὲ τὸν Κτίστη της καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἀναμεταξὺ τους σὲ ἑνότητα, εἶναι ἄνοδος πρὸς τὴν βασιλεία Του, εἶναι ὁδὸς πρὸς τὴ θεανθρώπινη κοινωνία κι ἕνωση, δυνατότητα τῆς ἐνοικήσεως τοῦ Χριστοῦ σὲμᾶς,  γλυκιὰ αἴσθηση τῆς παρουσίας Του. Εἶναι πραγμάτωση τῆς ζωῆς, σὲ ἀντὶθεση μὲ τὸ μῖσος, ποὺ μονάχα σὰν τρέλα, σὰν πράξη αὐτοκτονίας τὸ βίωνε αἰῶνες τώρα ἄνθρωπος«Ἂν ἀγάπη εἶναι ζωή, θὰπῇ ὅσιος Θαλάσσιος, τότε τὸ μῖσος πρὸς τὸν πλησίον εἶναι θάνατος»,  θάνατος ποὺ φαντάζει σὰν μοναδικὴ ἐπιλογὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἀγαπᾶ δὲν τὸν ἀγαποῦνΣτὴν ἀσκητικὴ κυρίως γλῶσσα ἄρνηση κατάλυση τῆς ἀγάπης του ταυτίζεται μὲ τὸ μαρτύριο τῆς κολάσεως, μὲ τὴν ἴδια τὴν κόλαση, μὲ τὴν ἀπύθμενη θλίψη καὶ τὴ μόνωση. Γιατὶ κόλαση παρουσιάζει ἕναν ἐγωκεντρισμὸ τῶν ἄκρων, ποὺ μόνο ἀνθρώπινη καρδιὰ ἀδύναμη νἀγαπήσῃ γνωρίζει Ντοστογιέφσκι ὁρίζει τὴν κόλαση σὰν «τὸ μαρτύριο τοῦ νὰ μὴν ἀγαπᾶ κανεὶς», γιατὶ γνωρίζει καλὰ ὅτι κόλαση δὲν εἶναι τόπος, ἀλλὰ τρόπος ὀδυνηρῆς ζωῆς, σφραγισμένος ἀπτὴν ἀπουσία τῆς προσωπικῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἀγάπης.
Ἰσαὰκ Σύρος, μιλῶντας γιὰ τὸ πόσο «σκληρὸ» καὶ «πικρὸ» εἶναι τὸ «κολαστήριο», μᾶλλον δὲ τὸ «μαστίγιο» τῆς ἀγάπης, θὰπῇ ὅτι κόλα ση σημαίνει ἀκοινωνησία, σημαίνει τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου «νὰ βλέπῃ τὸν ἄλλον πρόσωπο μὲ πρόσωπο»· σημαίνει «τὰ νῶτα τοῦ ἑνὸς νὰ εἶναι κολ λημένα μὲ τὰ νῶτα τοῦ ἄλλου», γιατὶ « λύπη ποὺ μπαίνει στὴν καρδιὰ ἀπτὴν ἁμαρτία ἀπέναντι στὴν ἀγάπη, εἶναι ὀξύτερη ἀπὸ κάθε πραγματικὴ κόλα ση»! Γιὰ τοὺς Ἁγίους ἀγάπη σημαίνει κένωση (ταπείνωση), αὐτοπαραίτηση ἀπτὶς δυνάμεις τοῦ «ἐγὼ», ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ μας- σημαίνει τὴν τέχνη τοῦ νὰ δίνῃς κι ὄχι νὰ παίρνῃς, νὰ κερδίζῃς τὴ ζωή, δίνοντάς την γιὰ τοὺς ἄλλους, νὰ πέφτῃς ἄπειρες φορὲς καθημερινὰ στὴν φωτιὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων κι ὅμως νὰ μὴ χορταίνῃς ἀπαὐτὴ σου τὴν προσφορὰ (Ἰσαὰκ Σύρος).
Γιαὐτὸ ἀγάπη δὲν περιορίζεται σὲ ὁρισμοὺς σὲ ἠθικόλογα «πρέπει», δὲν ἀποτελεῖ κάποια συνταγή, ἀλλὰ εἶναι ἔκφραση τῆς ὀδύνης τοῦ ἀνθρώπου μπροστὰ στὶς συγκεκριμένες ὑπάρξεις, εἶναι δύναμη ποὺ χαριτώνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ὑπερβαίνῃ κάθε ἀτομικὸ ὅριο καὶ νἀγκαλιάζῃ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι αὐτὴ ποὺ «ἀλλοιώνει τὴν φύση τῶν πραγμά των» (Χρυσόστομος), ποὺ βγάζει τὸ ἄτομο ἀπτὴν αὐτάρκειά του καὶ τὸ ὁπλίζει μὲ τὸ σφρῖγος νὰπῇ οἱ «ἄλλοι» δὲν εἶναι κόλασή μου, ἀλλὰ «οἱ ἄλλοι εἶναι Θεὸς μου» (Εὐεργετινός). Εἶναι δύναμη νὰ κερδίσωμε τὸν ἀδελφὸ μας, γιατὶ «ἐὰν κερδίσωμε τὸν ἀδελφὸ μας, τὸν Θεὸ κερδίζαμε» (Μ. Ἀντώνιος). Εἶναι τὸ «τέλος τῶν ἀρετῶν» (Μάρκος Ἀσκητὴς), γλυκιὰ ἐμ πειρία τῶν Πατέρων, ποὺ γλυκόλαλα κράζει στὶς καρδιὲς μας«Τὴν ὥρα ποὺ θὰ καλύψωμε τὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ μας, καὶ Θεὸς σκεπάζει τὸ δικὸ μας. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ θὰ φανερώσωμε τὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ μας, καὶ Θεὸς θὰ φανερώσῃ τὸ δικὸ μας» (Ἀββᾶς Ποιμὴν). Εἶναι τέχνη νὰ ἐξαρπάζῃς μιά ψυχὴ ἀπτὴν ἀνάγκη καὶ τὰ δεινὰ της, τὴ στέρηση καὶ τὰ βάσανα (Ποιμὴν τοῦ Ἑρμᾶ). Ἀμήν.


Δεν υπάρχουν σχόλια: