Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗ

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ΛΟΥΚΑ (Λκ. ι΄ 25-37)

Ὁ καλὸς Σαμαρείτης
Οἱ «ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ»

—Διδάσκαλε, τὶ πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή; ρώτησε κάποτε ἕνας νομοδιδάσκαλος τόν Κύριο, θέλοντας νὰ Τόν παγιδεύσῃ. Κι Ἐκεῖνος τόν παρέπεμψε στὶς ἐντολές τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Τότε ὁ νομοδιδάσκαλος ἀνέφερε τὶς δύο βασικότερες ἐντολές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τήν ἀγάπη πρός τό Θεὸ καὶ τήν ἀγάπη πρὸς τόν πλησίον. Θέλοντας ὅμως νὰ δικαιολογηθῇ, ἐπειδὴ ἔθεσε ἕνα ἐρώτημα στὸ ὁποῖο τοῦ ἦταν γνωστὴ ἡ ἀπάντηση, ἔθεσε κι ἕνα δεύτερο: Ποιὸν πρέπει νὰ θεωρῶ πλησίον μου; Αὐτό τό ἐρώτημα στάθηκε ἡ ἀφορμὴ νὰ διηγηθῇ ὁ Κύριος μία ὑπέροχη παραβολή, τήν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη.

Κάποιος ἄνθρωπος, εἶπε, κατέβαινε ἀπό τά Ἱεροσόλυμὰ στὴν Ἱεριχὼ καὶ ἔπεσε σὲ ἐνέδρα ληστῶν, οἱ ὁποῖοι τόν λήστεψαν, τόν ἔγδυσαν, τόν καταπλήγωσαν καὶ τόν ἐγκατέλειψαν μισοπεθαμένο. Κάποια στιγμὴ ἕνας ἱερεὺς ποὺ κατέβαινε στὸ δρόμο ἐκεῖνο, ἐνῷ τόν εἶδε ἀπὸ μακριά, πέρασε ἀπό τό ἀπέναντι μέρος χωρὶς νά τοῦ δώσῃ καμία βοήθεια. Παρόμοια καὶ κάποιος Λευΐτης, ὑπηρέτης του ναοῦ, ἔφθασε στὸ μέρος ἐκεῖνο. Αὐτὸς φάνηκε ἀκόμη πιὸ ἄσπλαχνος. Ἦλθε πολὺ κοντά, εἶδε τήν ἄθλια κατάσταση τοῦ πληγωμένου ἀνθρώπου κι ἔφυγε.
Ὁ ἱερεὺς ἔφυγε ἀπὸ ἐνστικτώδη φιλαυτία, ἐνῷ ὁ Λευΐτης ἔπειτα ἀπὸ ὑπολογισμό.

Καί τά δύο ὅμως πρόσωπα, ὁ ἱερέας καὶ ὁ Λευΐτης εἶχαν κάτι κοινὸ:
Ἦταν δύο πρόσωπα ποὺ εἶχαν ἀξίωμα καὶ ἔργο ἱερό. Αὐτοὶ ἐξαιτίας τῆς ἰδιότητάς τους θὰ ἔπρεπε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ εἶναι συμπονετικοὶ καὶ σπλαχνικοί, νὰ δείξουν ἀγάπη στὸν ἑτοιμοθάνατο διαβάτη. Αὐτοὶ λόγῳ τῆς θέσεώς τους δίδασκαν καί τούς ἄλλους τό καθῆκον τῆς ἀγάπης πρὸς τόν πλησίον. Κι ὅμως ἀθέτησαν τό καθῆκον τους αὐτό. Εἶναι θλιβερό, ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ δίνουν τό παράδειγμα τῆς ἀγάπης, νὰ γίνονται παραδείγματα σκληρότητος. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ νὰ δυσφημοῦν τόσο πολὺ τό Θεό!

Κάτι
  τέτοιο δυστυχῶς ἐπαναλαμβάνεται πολλὲς φορὲς μέσα στὴν ἱστορία σὲ «ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ». Καὶ εἶναι φοβερὸ νὰ συμβαίνει κάποτε καὶ σέ ’μᾶς. Σέ ’μᾶς ποὺ θέλουμε νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἀποδεικνυόμαστε στὴν πράξη ἄσπλαχνοι, σκληροί, ἀδιάφοροι στὸν ἀνθρώπινο πόνο. Εἶναι τραγικὸ νὰ ἰσχύῃ κάτι τέτοιο καὶ γιά ’μᾶς. Ἐὰν δὲν δείξουμε ἐμεῖς οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ ἀγάπη, ποιὸς ἄλλος θὰ δείξῃ; Ὁ Κύριός μας τό ξεκαθάρισε ὅτι χωρὶς τήν ἀγάπη πρὸς τόν συνάνθρωπό μας, Βασιλεία οὐρανῶν δὲν πρόκειται νὰ κληρονομήσουμε. Ἡ ἀγάπη πρὸς τόν πλησίον εἶναι ἡ σφραγῖδα τῆς γνησιότητός μας, ἡ βασικὴ προϋπόθεση τῆς σωτηρίας μας.

Ὁ Χριστός, καλὸς Σαμαρείτης

Ὁ καλὸς Σαμαρείτης. Ἡ συνέχεια τῆς παραβολῆς εἶναι γνωστή. Κάποια στιγμὴ ἕνας Σαμαρείτης ποὺ διάβαινε ἀπό τό δρόμο ἐκεῖνο εἶδε τόν καταπληγωμένο ἄνθρωπο, πλησίασε κοντὰ του καὶ τόν σπλαχνίστηκε. Δὲν φοβήθηκε μὴν πάθει τά ἴδια, ἔμεινε κοντὰ του, ἔπλυνε τά τραύματά του, τά ἄλειψε μὲ λάδι καὶ κρασί,* τά ἔδεσε μὲ ἐπιδέσμους. Καὶ ἀφοῦ μὲ πολὺ κόπο ἀνέβασε τόν ἄνθρωπο αὐτὸν στὸ ζῶο του, τόν μετέφερε σὲ κάποιο πανδοχεῖο καὶ τόν περιποιήθηκε ὅλη τή νύχτα. Καὶ τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ ἔδωσε δύο δηνάρια στὸν ξενοδόχο καί τοῦ εἶπε: Περιποιήσου τον γιὰ νὰ γίνῃ καλά. Καὶ ὅ,τι ἄλλο ξοδέψεις, καθὼς θὰ ἐπιστρέφω στὴν πατρίδα μου καὶ θὰ περάσω πάλι ἀπὸ ἐδῶ, θά σοῦ τό ἐξοφλήσω.

Λοιπόν, ρώτησε ὁ Κύριος τό νομοδιδάσκαλο, ποιὸς ἀπό τούς τρεῖς αὐτοὺς ἐπιτέλεσε τό καθῆκον του πρὸς τόν πλησίον; Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: Αὐτὸς ποὺ τόν συμπόνεσε καὶ τόν ἐλέησε. Ὁ Κύριος τότε τοῦ εἶπε: Πήγαινε καὶ κάνε κι ἐσύ τό ἴδιο.

Αὐτὴ τήν προσταγὴ δίνει καὶ σέ ’μᾶς ὁ Κύριος.
Μᾶς ζητᾶ δηλαδὴ νὰ δείχνουμε ἀγάπη σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ πάσχει, χωρὶς νὰ ἐξετάζουμε ἂν αὐτὸς εἶναι δικὸς μας, ξένος ἤ ἐχθρός μας, καὶ χωρὶς νὰ ὑπολογίζουμε θυσίες καὶ κόπους καὶ δαπάνες. Αὐτό μᾶς τό δίδαξε ὁ Κύριος ὄχι μόνο μέσα ἀπὸ τήν παραβολὴ αὐτὴ ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μέσα ἀπὸ τή ζωὴ του. Διότι ὁ ἴδιος ἔγινε ὁ καλὸς Σαμαρείτης γιά ’μᾶς. Ἀγάπησε τούς ἀνθρώπους μέχρι θανάτου. Ἡ ἀγάπη Του κορυφώθηκε καὶ ἔλαμψε σὲ ὅλο τό μεγαλεῖο ἐπάνω στὸ Σταυρό. Καί μᾶς ζητᾶ νὰ μάθουμε κι ἐμεῖς νὰ ἀγαπᾶμε, νὰ γινόμαστε καλοὶ Σαμαρεῖτες στοὺς γύρω μας.Δυστυχῶς ὅμως στὴν ἐποχή μας, ἐνῷ ὅλοι μιλοῦμε γιὰ γιὰ ἀγάπη, πραγματικὴ ἀγάπη δὲν ἔχουμε. Κι αὐτὸ φαίνεται περισσότερο στὶς σχέσεις μας μέ τά δικὰ μας πρόσωπα. Πῶς τούς μιλᾶμε, πῶς τούς φερόμαστε; Ἀλλὰ ἂν δυσκολευόμαστε νὰ ἀγαπήσουμε τούς δικοὺς μας, πόσο μᾶλλον τούς ξένους; Γι’ αὐτὸ ὑποφέρουμε. Διότι ἀγάπη σημαίνει θυσία, σημαίνει νὰ δίνουμε κι ὄχι νὰ ἀπαιτοῦμε νὰ γίνουν οἱ ἄλλοι καλοὶ γιὰ νά τούς ἀγαπήσουμε. Ἀγάπη σημαίνει νὰ γίνῃ πλατιὰ ἡ καρδιά μας ὅπως τῶν ἁγίων γιὰ νὰ χωράῃ ὅλους, ἀκόμη κι αὐτοὺς πού μᾶς δυσκολεύουν. Νά τούς προσφέρουμε τήν ἀγάπη μας μὲ ἁπαλὸ τρόπο, χωρὶς νὰ ἔχουν τήν αἴσθηση ὅτι κάνουμε προσπάθεια γιὰ νά τούς ἀγαπήσουμε. Νὰ ἀκοῦμε μὲ πόνο τόν πόνο τους, νά τούς ἀνακουφίζουμε στὸ πρόβλημά τους. Κατανοῶντας τό χαρακτῆρα τους, νὰ διαισθανόμαστε τήν κούρασή τους, τὶς δυσκολίες τους, τὶς ἐπιθυμίες τους. Καὶ νά τούς προσφέρουμε τήν ἀγάπη μας ἄλλοτε μ’ ἕνα στοργικὸ λόγο κι ἄλλοτε μὲ τή σιωπὴ μας· ἄλλοτε μὲ τή διακονία μας κι ἄλλοτε μὲ θυσίες ποὺ κοστίζουν ἴσως πολύ. Ἔτσι θὰ γίνουμε καλοὶ Σαμαρεῖτες. Ἔτσι θὰ δοῦμε πρόσωπο Θεοῦ. Ἀμήν.



Περιοδικὸ “Ὁ Σωτὴρ”, τ. 1988 Ἀναρτήθηκε ἀπὸ 
mple88@gmail.com Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/#ixzz2jloYINdX

Δεν υπάρχουν σχόλια: