Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ

Συγγραφέας:kantonopou στίς Νοεμβρίου 8, 2013




Ὁ ἅγιος γεννήθηκε στὴ Σηλυβρία τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης τήν 1η Ὀκτωβρίου 1846. Τό ὄνομα πού τοῦ δόθηκε στὴ βάπτισή του ἦταν Ἀναστάσιος. Τελείωσε τό Δημοτικὸ καὶ τὶς τρεῖς πρῶτες τάξεις τοῦ Γυμνασίου (ἑλληνικὸ σχολεῖο) στὴ γενέτειρά του. Δεκατεσσάρων ἐτῶν πηγαίνει στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐργάζεται σὲ καπνοπωλεῖο, ἐνῷ παράλληλα παρακολουθεῖ μαθήματα στὴ Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή. Διορίζεται λίγο ἀργότερα δάσκαλος καὶ παιδονόμος στὸ σχολεῖο τοῦ Μετοχίου τοῦ Παναγίου Τάφου. Τό 1866 μεταβαίνει στὴ Χίο, ὅπου μετὰ δεκαετία κείρεται μοναχὸς στὴν Ἱερὰ Νέα Μονή, μέ τό ὄνομα Λάζαρος, ἀφοῦ χρημάτισε γιὰ ἀρκετὰ χρόνια δάσκαλος στὸ χωριὸ Λιθί. Τό 1877 χειροτονεῖται διάκονος παίρνοντας τό ὄνομα Νεκτάριος. Ἔρχεται στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ συμπληρώσῃ τὶς γυμνασιακὲς του σπουδές, ἐνῷ μὲ τήν εὐλογία τοῦ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Σωφρονίου, ἐγγράφεται στὴ συνέχεια στὴ Θεολογικὴ Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Τό 1885 παίρνει τό πτυχίο του καὶ μετὰ λίγους μῆνες χειροτονεῖται πρεσβύτερος. Ὁ Πατριάρχης, ἐκτιμῶντας τά προσόντα του, τόν χειροτονεῖ τό 1889 ἐπίσκοπο – μητροπολίτη Πενταπόλεως, θέση ποὺ ἀξιοποίησε γιὰ νὰ ἐπιτελέσῃ ἕνα τεράστιο πνευματικὸ καὶ κοινωνικὸ ἔργο. Ὁ φθόνος ὅμως ποὺ προκαλεῖ τό ἔργο του φέρνει ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἀπομάκρυνσή του (1890). Ἔρχεται στὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἀναλαμβάνει τή θέση ἱεροκήρυκα στὴν Εὔβοια πρῶτα (1891) καὶ στὴ Φθιώτιδα ἔπειτα (1893). Τό 1894 ἀναλαμβάνει τή διεύθυνση τῆς Ριζαρείου Σχολῆς, θέση ποὺ θὰ κρατήσῃ μέχρι τό 1908, ὁπότε καὶ θὰ παραιτηθῇ γιὰ λόγους ὑγείας. Στὸ μεταξύ, ἀπό τό 1904 ἤδη ἔχει ἱδρύσει τό μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν Αἴγινα. Ἐκεῖ ἐγκαταβιώνει μετὰ τή Ριζάρειο καὶ ἐκεῖ ἀναδεικνύεται ἰδιαιτέρως ἡ ὁσιακή του προσωπικότητα. Ἀρρωσταίνει μετὰ ἀπὸ ὁρισμένα χρόνια βαριά, ὁπότε καὶ ἀποβιώνει στὸ Ἀρεταίειο νοσοκομεῖο τήν 8ηΝοεμβρίου 1920, μετὰ ἀπὸ δίμηνη ἐκεῖ νοσηλεία*. Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1921 ἄνοιξαν τόν τάφο του μὲ σκοπὸ τήν οἰκοδόμηση μαρμάρινου μνημείου. Τό σκήνωμά του βρέθηκε ἀνέπαφο, ἐνῷ ἡ εὐωδία ποὺ σκορποῦσε ἦταν ὑπέροχη. Τό ἴδιο ἐπανελήφθη καὶ μετὰ τρία χρόνια, καθὼς καί τό 1927. Καί τὶς δύο αὐτὲς φορές τό σκήνωμα ἦταν ἀνέπαφο καὶ ἡ εὐωδία ἡ ἴδια. Τό 1953 ἔγινε καὶ πάλι ἀνακομιδή. Τή φορὰ αὐτή, γιὰ λόγους ποὺ γνωρίζει ὁ Θεός, τό σκήνωμά του βρέθηκε διαλυμένο. Μὲ πατριαρχικὴ πράξη τῆς 20ῆς Ἀπριλίου τοῦ 1961 ἡ Ἐκκλησία μας διεκήρυξε ἐπίσημα τήν ἁγιότητά του. Τό συγγραφικὸ του ἔργο εἶναι πολὺ μεγάλο καὶ ἀξιόλογο, ἐνῷ τά θαύματά του εἶναι ἀμέτρητα».*
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος θεωρεῖται ἀπὸ ὅλους τούς πιστοὺς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὡς ἕνας ἀπό τούς πιὸ ἀγαπητοὺς ἁγίους της. Ὄχι μόνον διότι ὁ Θεὸς ἐπιτελεῖ μέσῳ αὐτοῦ καθημερινῶς πάμπολλα θαύματα –«ἀναβλύζει γὰρ ἰάσεις παντοδαπὰς» καὶ «ἰάσεις δαψιλεῖς καθ’ἑκάστην ἡμέραν πηγάζει θαυμαστῶς θεϊκὴ χορηγία» (πλούσιες ἰάσεις καθημερινὰ πηγάζει (ἡ κάρα του) θαυμαστῶς μὲ τή χάρη τοῦ Θεοῦ), κατὰ τόν γνωστὸ μακαριστὸ γέροντα ὑμνογράφο Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη – ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἕνας ἅγιος τῆς ἐποχῆς μας, «ὁ ἅγιος τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα», καὶ μάλιστα ὄχι μικρότερος ἀπό τούς ἄλλους μεγάλους ἁγίους ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔζησαν τά παλαιότερα χρόνια. Κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι μὲ τόν ἅγιο Νεκτάριο ἀφ’ἑνὸς νιώθουμε πλούσια τή χάρη του Θεοῦ, μέσῳ κυρίως τῶν ἁγίων λειψάνων του, ποὺ κατανοοῦνται ὡς «ἱαμάτων κρήνη» καὶ «νέμοντα ὀσμὴν οὐρανίαν πᾶσι καὶ θείαν εὐωδίαν» (προσφέρουν οὐράνια ὀσμὴ καὶ θεία εὐωδία σὲ ὅλους), ἀφ’ἑτέρου παίρνουμε ἀπάντηση στὸ εὔλογο ἐρώτημα ποὺ τίθεται «γιατὶ δὲν ἔχουμε μεγάλους ἁγίους σήμερα;» Ὁ γέρων ὑμνογράφος λοιπὸν ἐπισημαίνει αὐτό τό ἰσοστάσιο τοῦ ἁγίου Νεκταρίου μέ τούς προγενέστερους μεγάλους ἁγίους, δίνοντας μάλιστα καὶ τήν ἐξήγηση: ὁ Νεκτάριος προσπάθησε νὰ ἀκολουθήσῃ τά ἴχνη τῶν παλαιῶν ἁγίων, μὲ τήν καθαρότητα τῆς ζωῆς του, δηλαδὴ στὴν πραγματικότητα νὰ ζήσῃ σύμφωνα μέ τό εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. «Φωτὶ τῶν ἔργων σου, εὐαγγελίου τό φῶς ἐκφαίνεις, πάτερ, θαυμαστῶς πᾶσι τοῖς πέρασι» (Μέ τό φῶς τῶν ἔργων σου φανερώνεις τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, πάτερ, σὲ ὅλον τόν κόσμο κατὰ θαυμαστὸ τρόπο). «Κατ’ἴχνος, Νεκτάριε, ἀκολουθήσας, ζωῆς καθαρότητι, τοῖς πάλαι ὅσιε, ἀρχιερεῦσι Χριστοῦ, ἴσος εὐκλείας τῆς αὐτῶν, ὤφθης καὶ μέτοχος» (Ἀκολούθησες, Νεκτάριε, τά ἴχνη τῶν παλαιῶν ἀρχιερέων τοῦ Χριστοῦ, μὲ τήν καθαρότητα τῆς ζωῆς σου, καὶ φάνηκες ἴσος μὲ αὐτοὺς καὶ μέτοχος τῆς δόξας τους).
Ὁ ἐμπνευσμένος ὑμνογράφος πέρα ἀπὸ τή γενικὴ ἀναφορὰ ποὺ κάνει γιὰ την ἀκολουθία τῶν παλαιῶν Πατέρων ἀπὸ τόν ἅγιο Νεκτάριο, ἑστιάζει τήν προσοχὴ μας στὸν ἅγιο Διονύσιο. Κυρίως αὐτὸν ἀκολούθησε μὲ ἄμεμπτο τρόπο ὁ σήμερα ἑορταζόμενος ἅγιος, διότι καὶ ἐκεῖνος τήν Αἴγινα εἶχε ὡς τόπο τῶν πνευματικῶν του ἀγώνων, ἀφοῦ ὑπῆρξεν ὁ ἐπίσκοπός της. Γι’αὐτὸ καὶ μετέχουν, σημειώνει, καὶ οἱ δύο ἅγιοι, ὁ παλαιότερος καὶ ὁ νεώτερος, στὴν ἴδια δόξα τοῦ Θεοῦ, ἱκετεύοντας ἀσφαλῶς γιὰ ὅλους, κατεξοχὴν ὅμως γιὰ τή νῆσο τους. «Ἠκολούθησας ἀμέμπτως, τοῖς χρηστοῖς, Πάτερ, τρόποις σου, τῷ Διονυσίω, τῷ Αἰγίνης θείῳ ποιμάντορι, μεθ’οὗ τῆς ἄνω μετέχων δόξης, ἅγιε, ταύτην σώζεσθαι ἀεὶ τήν νῆσον ἱκέτευε». (Ἀκολούθησες καθαρὰ μέ τούς ἐνάρετους τρόπους σου, ἅγιε, τόν Διονύσιο, τόν θεῖο ποιμένα τῆς Αἴγινας, μαζὶ μὲ τόν ὁποῖο μετέχοντας στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἅγιε, ἱκέτευε νὰ σώζεται ἡ νῆσος πάντοτε). Μπορεῖ ἡ νῆσος Ζάκυνθος νὰ καυχᾶται, διότι κατέχει τό ἅγιο σκήνωμα τοῦ θείου Διονυσίου, ἀλλὰ καὶ ἡ νῆσος Αἴγινα δέχεται πάντοτε τὶς εὐεργετικὲς ἀκτῖνες τῶν πρεσβειῶν του στὸν Θεό, ποὺ πολλαπλασιάζονται καὶ μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Νεκταρίου.
Ὅλοι μας προστρέχουμε συχνὰ-πυκνὰ στὸν ἅγιο Νεκτάριο, ἰδίως ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς του, διότι ἡ καρδιά του πλατυμένη ἀπὸ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀγάπη καὶ πρὸς ἐμᾶς. Καὶ ἰδίως προστρέχουμε ὅσοι ταλαιπωρούμαστε ἀπὸ κάποιο πρόβλημα, ψυχικὸ σωματικό. Εἶναι τόσες πολλὲς οἱ θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις του, ὥστε δὲν ὑπάρχει, θὰ ἔλεγε κανείς, ἄνθρωπος ποὺ μὲ πίστη τόν ἐπικαλεῖται, καὶ δὲν εἰσπράττει τό θετικὸ ἀποτέλεσμα. Εἶναι χαρακτηριστικά, ἐπαὐτοῦ, καί τά λόγια τοῦ γέροντος π. Ἀνανίου Κουστένη, ὁποῖος θέλοντας νὰ τονίσῃ ἀκριβῶς τή θαυματουργία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου σημειώνει μὲ χαριτωμένο τρόπο ὅτι μετὰ καὶ τή φανέρωση ἀπὸ τόν Χριστό τοῦ ἄλλου μεγάλου θαυματουργοῦ ἁγίου τῆς ἐποχῆς μας, ἀκόμη πιὸ σύγχρονου καὶ ἀπὸ τόν ἅγιο Νεκτάριο, τοῦ ἁγίου Λουκᾶ τοῦ ἰατροῦ, τοῦ Ρώσου, ἅγιος Νεκτάριος ἔχει κάποιον νὰ τόν ξεκουράσῃ. «Στέλνει ἅγιος Νεκτάριος τόν ἅγιο Λουκᾶ στὴ θέση του πολλὲς φορές, γιατὶ ἔχει κουραστεῖ ἴδιος νὰ ἐπεμβαίνῃ στὶς τόσες ἐπικλήσεις τῶν κουρασμένων καὶ ἀσθενῶν χριστιανῶν μας».
Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ πράγματι εὐχαριστεῖ τόν ἅγιο Νεκτάριο εἶναι ὄχι μόνον ἐπίκλησή του γιὰ τὶς ἰάσεις ποὺ Θεὸς τοῦ δίνει, ἀλλὰ κυρίως ἐπίκλησή του νὰ πρεσβεύῃ ὑπὲρ ἡμῶν, προκειμένου νὰ ἀκολουθοῦμε τόν τρόπο τῆς ζωῆς του. Διότι αὐτὸ συνιστᾶ πάντοτε τήν σωστὴ ἑορτὴ ἑνὸς ἁγίου: νὰ τόν μιμούμαστε. Ὅπως τό λέει ἱερὸς Χρυσόστομος:«τιμὴ μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος», συνεπῶς «τιμὴ ἁγίου, μίμησις ἁγίου». Κι ἕνας ὕμνος ἔρχεται νά μᾶς ὑπενθυμίσῃ ποιὸ ἦταν τό «μυστικὸ» τῆς ἁγιότητας τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. «Πατέρων ἰσότιμος τῶν πάλαι ἐχρημάτισας, τούτων μιμησάμενος τόν τρόπον, τόν θεῖον ζῆλον καὶ τὰς λοιπὰς ἀρετάς, ταπεινοφροσύνη ἀληθῆ καὶ ἀπλάστοις ἤθεσι, διαπρέψας Νεκτάριε». (Ἔγινες ἰσότιμος τῶν παλαιῶν Πατέρων, διότι μιμήθηκες τόν τρόπο τῆς ζωῆς τους, τόν θεϊκὸ ζῆλο τους καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἀρετές τους, Νεκτάριε, καὶ διέπρεψες στὴν ἀληθινὴ ταπεινοφροσύνη καὶ στὰ ἁπλὰ καὶ ἀπονήρευτα ἤθη). Ἂν ἅγιος Νεκτάριος ἔφτασε σὲ τόσο μεγάλο ὕψος ἁγιότητας, τό κατόρθωσε ὄχι διότι ὑπῆρξε σπουδαῖος ἱεροκήρυκας, σπουδαῖος δάσκαλος, σοφὸς συγγραφέας, ἀλλὰ διότι ὑπῆρξε ταπεινός. ὁδός τῆς ταπεινοφροσύνης ἦταν γι' αὐτὸν ὁδὸς ποὺ τόν ἔφτασε πολὺ γρήγορα στὴ δόξα τοῦ Οὐρανοῦ, ὁδός τῆς ταπεινοφροσύνης εἶναι πάντοτε αὐτή, μαζὶ μὲ τήν ἀπονήρευτη διάθεση, ποὺ ἀνοίγει τὶς πύλες τοῦ Οὐρανοῦ καὶ γιὰ κάθε χριστιανό.
Ταῖς τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης  http://pgdorbas.blogspot.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια: