Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΥΤΟΥ

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΥΤΟΥ

Ποιὸς εἶναι ὁ βασιλιάς σου Δημήτριε; φώναξε ὀργισμένος ὁ αὐτοκράτορας Μαξιμιανός. - Ἕνας εἶναι ὁ Παντοκράτορας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός!
- Δὲν εἶναι θεοὶ ὁ Δίας, ὁ Ἀπόλλωνας κι οἱ ἄλλοι; Κι εἶσαι τόσο ἀχάριστος κι ἀνάξιος τς τιμῆς πού σο ἔκανα καὶ σὲ διόρισα στρατηγὸ καὶ ἡγεμόνα τῆς Θεσσαλίας; Θὰ σὲ ρίξω στὴ φυλακή! Κι ὁ Δημήτριος μαρτύρησε στὶς φυλακὲς τῆς Θεσσαλονίκης.Ὁ Ἅγιος Δημήτριος γεννήθηκε περὶ τὸ 280-284 μ.Χ. καὶ μαρτύρησε τὸ 303 ἢ τὸ 305 μ.Χ. στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς Μεγαλομάρτυρες τῆς Χριστιανοσύνης. Ὁ Δημήτριος ἦταν γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας στὴ Θεσσαλονίκη. Σύντομα ἀνελίχθηκε στὶς βαθμίδες τοῦ Ρωμαϊκοῦ στρατοῦ μὲ ἀποτέλεσμα σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν νὰ φέρ τὸ βαθμὸ τοῦ χιλιάρχου. Ὡς ἀξιωματικός το ρωμαϊκοῦ στρατοῦ κάτω ἀπὸ τὴ διοίκηση τοῦ Τετράρχη (καὶ ἔπειτα αὐτοκράτορα) Γαλερίου Μαξιμιανο, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Διοκλητιανός, ἔγινε χριστιανὸς καὶ φυλακίστηκε στὴν Θεσσαλονίκη τὸ 303, διότι ἀγνόησε τὸ διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ «περὶ ἀρνήσεως τοῦ χριστιανισμοῦ». Μάλιστα λίγο νωρίτερα εἶχε ἱδρύσει κύκλο νέων πρὸς μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, μέσα στὴ φυλακὴ εὐλόγησε τὸν μαθητὴ του Νέστορα νὰ νικήσῃ τὸν εἰδωλολάτρη παλαιστὴ Λυαῖο. Ἡ νίκη τοῦ Νέστορα ἐξόργισε τὸν Γαλέριο καὶ ἔτσι ὁ Νέστορας ἀποκεφαλίστηκε. Εναι καὶ αὐτὸς Ἅγιος καὶ ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν 27ην Ὀκτωβρίου, δηλαδὴ τὴν ἑπομένη τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὁ δὲ Δημήτριος δολοφονήθηκε μὲ λογχισμὸ στὰ πλευρά. Θεὸς γιὰ νὰ τὸν δοξάσ, ἔκανε νὰ ἀναβλύζ μύρο θαυματουργὸ ἀπὸ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, ἱκανὸ νὰ γιατρεύ ὅλες τὶς ἀρρώστιες.
Ὡστόσο ὁ Δημήτριος δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ τὴν πόλη του. Καὶ μάλιστα, ὅταν ὁ Ἰουστινιανὸς ἔστειλε στὴ Θεσσαλονίκη ἀνθρώπους γιὰ νὰ πάρουν τὸ λείψανο τοῦ Δημητρίου στὴν Κωνσταντινούπολη, φλόγα πετάχτηκε ἀπὸ τὸν τάφο καὶ φωνὴ μεγάλη ἀκούστηκε: "Μὴ σκάψετε παρακάτω!"
Κι οἱ ἀπεσταλμένοι ἔφυγαν κι ἄφησαν τὸ τίμιο λείψανο τοῦ Μυροβλύτη νὰ προστατεύῃ τὴν πόλη.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ πλούσια πόλη τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας κινδύνεψε πολλὲς φορὲς ἀπὸ βάρβαρους ἐχθρούς. Γιατί ὅποιος σκόπευε νὰ ἐπιτεθῇ στὴν Κωνσταντινούπολη ἔπρεπε πρῶτα νὰ πατήσῃ τὴ Θεσσαλονίκη. Τρεῖς φορὲς ἔκανε τὸ θαῦμα του ὁ Ἅγιος Δημήτριος καὶ ὑπερασπίστηκε τὰ τείχη καὶ τὸ λιμάνι τῆς πόλης. Εἶχαν κατορθώσει τὸν ἀποκλεισμὸ τῆς πόλεως καὶ τὰ πράγματα δὲν φαίνονταν αἰσιόδοξα. Τότε, στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, συνέβη τὸ ἑπόμενο ἐντυπωσιακὸ περιστατικό. Κάποια φορά βρισκόταν μέσα στὸν ναὸ μόνο ἕνας πρωτοσπαθάριος, πολὺ ἐνάρετος, πού τοῦ ἄρεσε νὰ προσφέρῃ χρόνο καὶ ὑπηρεσία στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου. Αὐτὸς εἶδε δύο λαμπροὺς κι ἐπιβλητικοὺς νέους, σὰν αὐτοὺς πού ὑπηρετοῦν στὰ ἀνάκτορα ὡς ὑπασπιστὲς τοῦ Βασιλέως, οἱ ὁποῖοι ζήτησαν νὰ τοὺς παρουσιάσῃ στὸν Κύριο τοῦ οἴκου. Ἐκεῖνος τοὺς ἄνοιξε τὶς πόρτες τοῦ διαμερίσματος τοῦ τάφου τοῦ Ἁγίου. Φάνηκαν σὰν γνώριμοι στὸν Ἅγιο. Ἀφοῦ ἐκεῖνος τοὺς χαιρέτησε, περίμενε νὰ τοῦ μεταφέρουν τὸ βασιλικὸ μήνυμα. Κι ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν: «Ὁ Βασιλεὺς διατάσσει τὴν ἁγιοσύνη σου νὰ ἐγκατάλειψης τὴν πόλη καὶ νὰ κατευθυνθεῖς πρὸς αὐτόν, διότι θέλει νὰ παραδώσῃ τὴν πόλη στὰ χέρια τῶν Ἀβάρων». Τότε ὁ Ἅγιος Δημήτριος χλώμιασε, ἔσκυψε κάτω τὸ κεφάλι, δάκρυσε καὶ γιὰ πολλὴ ὥρα ἔμεινε ἄφωνος. Τότε ὁ πρωτοσπαθάριος εἶπε: «Ἂν ἤξερα ὅτι ὁ ἐρχομός σας θὰ προξενοῦσε τόση θλίψη, δὲν θὰ σᾶς παρουσίαζα στὸν κύριό μου». Μετὰ ἀπὸ ὥρα ὁ Ἅγιος ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ εἶπε περίλυπος: «Μὰ πῶς γίνεται νὰ ἀρέσῃ στὸν Βασιλέα τοῦ παντὸς μία τόσο μεγάλη πόλη πού τὴν ἐξαγόρασε μὲ τὸ αἷμα του νὰ τὴν παραδώσῃ στοὺς ἀπίστους»; Ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν: «Ἔτσι μᾶς προσέταξε ὁ Βασιλεύς». Τότε ὁ Ἅγιος Δημήτριος τοὺς ζήτησε νὰ μεταφέρουν στὸν Βασιλέα τοῦ παντὸς τὰ ἑπόμενα λόγια του: «Γνωρίζω ὅτι οἱ οἰκτιρμοί σου, φιλάνθρωπε Κύριε, νικοῦν τὴν δικαία ἀγανάκτηση πού σοῦ προξενοῦν οἱ ἁμαρτίες μας. Γνωρίζω ὅτι ἔδωσες καὶ τὴν ζωή σου γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἔχυσες γι’αὐτοὺς τὸ αἷμα σου, καὶ αὐτὸ δὲν τὸ παρεμπόδισαν οἱ ἁμαρτίες μας. Ἐμένα μὲ τοποθέτησες φύλακα αὐτῆς ἐδῶ τῆς πόλεως. Κι ἐγὼ λοιπὸν θὰ μιμηθῶ ἐσένα τὸν Δεσπότη, θὰ θυσιάσω κι ἐγὼ γι’αὐτοὺς τὴν ζωή μου καὶ ἡ δική τους ἀπώλεια θὰ εἶναι καὶ δική μου. Μὴν ξεχνᾶς ὅτι ὀνομάζονται μὲ τὸ ὄνομά Σου καὶ ὅτι παρὰ τὶς ἁμαρτίες τους δὲν σὲ ἀπαρνήθηκαν καὶ ὅτι ἐσὺ εἶσαι Θεὸς τῶν μετανοούντων».
Αὐτὰ εἶπε ὁ Ἅγιος, καὶ οἱ δύο βασιλικοὶ ἀπεσταλμένοι ἀποκρίθηκαν: «Αὐτὰ θὰ τὰ ποῦμε σ’Αὐτὸν πού μᾶς ἀπέστειλε. Αὐτὰ θὰ τὰ μεταφέρουμε στὸν Βασιλέα. Ἀλλὰ φοβόμαστε μήπως καὶ δὲν σὲ λυπηθεῖ». Καὶ πάλι ὁ Ἅγιος τούς λέει: «Αὐτὰ νὰ τὰ πεῖτε στὸν Βασιλέα». Τότε ἐκεῖνος ἐπέστρεψε μέσα στὸ κιβούρι του, πού εὐθὺς ἔκλεισε μπροστὰ στὰ μάτια τῶν δύο ἀγγελιοφόρων, ἐνῷ καὶ αὐτοὶ τὴν ἴδια ὥρα ἔγιναν ἄφαντοι.
Στὴν συνέχεια ὁ πρωτοσπαθάριος συγκινημένος ἄφησε τὸν ναὸ καὶ ἄρχισε νὰ γυρίζῃ μέσα στὴν πόλη. Εὕρισκε τοὺς ἀνθρώπους τρομαγμένους καὶ ἀδρανοποιημένους. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πολιορκία τῶν ἐχθρῶν εἶχε προηγηθεῖ καὶ λοιμώδης ἀσθένεια. Ὅλοι τους ἔμοιαζαν σὰν χαμένοι. Διηγεῖτο σὲ ὅλους τὸ δρᾶμα καὶ τοὺς βεβαίωνε ὅτι ὁ Ἅγιος εἶναι μαζί τους καὶ μὲ τὶς πρεσβείες του θὰ σωθοῦν.
Οἱ Ἄβαροι ποὺ πολιορκοῦσαν τὴν πόλη ἦταν ὑπερβολικὰ πολυάριθμοι, ἑκατὸ χιλιάδες στρατιῶτες! Εἶχαν φτιάξει κλίμακες καὶ εἶχαν ἀνεβεῖ στὰ τείχη τῆς πόλεως. Τὸ φρούριο τῆς πόλεως τὸ εἶχαν περιζώσει ἀπειλητικά. Ἀλλὰ ἡ ἡμέρα αὐτὴ (22 Σεπτεμβρίου τοῦ 597 μ.Χ.) ἐπεφύλασσε κάτι τὸ φοβερό. Βλέπουν ἕναν τρομερὸ στρατιώτη μὲ λαμπρὰ ὅπλα νὰ ἐπιτίθεται ἐναντίον τους καὶ νὰ τοὺς σφάζῃ. Τὸ αἰφνίδιο καὶ ἀσυνήθιστο τοῦ πράγματος τοὺς γέμισε φόβο καὶ πανικό. Δὲν εἶδαν τὴν ὥρα νὰ κατέβουν ἀπὸ τὰ τείχη. Τὸ φρούριο τῆς πόλεως πού τὸ πολιορκοῦσαν ἄγρια, τὸ ἐγκατέλειψαν. Ἀπομακρύνθηκαν κι ἔστησαν πιὸ πέρα σκηνές. Δὲν ἐννοοῦσαν ὅμως νὰ ἐγκαταλείψουν τὸν σκοπό τους. Σκέφθηκαν τώρα νὰ χτίσουν ψηλοὺς πύργους, πιὸ ψηλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς τοῦ φρουρίου τῆς πόλεως. Ἐπάνω σ’αὐτοὺς θὰ τοποθετοῦσαν εἰδικὰ μηχανήματα, ἀπὸ τὰ ὁποία θὰ ἐκσφενδονίζονταν μεγάλες πέτρες ἐναντίον τοῦ φρουρίου καὶ τῶν τειχῶν. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Ὑψώθηκαν οἱ πύργοι, στήθηκαν τὰ μηχανήματα καὶ κουβαλήθηκαν ἐκεῖ ἀμέτρητες πέτρες ἀρκετὰ μεγάλες. Ἄρχισε καταιγισμὸς πετροβολητοῦ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πέφτουν κάτω οἱ προμαχῶνες τῶν τειχῶν. Οἱ πολιορκούμενοι μέσα στὸ φρούριο ἄρχιζαν νὰ τρέμουν σὰν φύλλα δένδρου ποὺ τὸ δέρνει ὁ ἄνεμος. Ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλονίκης καταλάβαιναν ὅτι τίποτε δὲν τοὺς ἔσωζε ἀπὸ τὴν καταστροφή. Μοναδική τους ἐλπίδα στάθηκε ὁ προστάτης τους Ἅγιος. Ὅλων τὰ στόματα εἶχαν γίνει ἕνα «Ἅγιε Δημήτριε, σῶσε τὴν πόλη σου», παρακαλοῦσαν ἀκατάπαυστα. Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε διαδοθεῖ καὶ τὸ δρᾶμα τοῦ πρωτοσπαθάριου καὶ οἱ ἐλπίδες τῆς σωτηρίας ζωντάνευαν.
Καὶ πράγματι ὁ Ἅγιος ἦταν ἀποφασισμένος ν’ἀποσοβήσῃ τὸν ὄλεθρο. Ὀφθαλμοφανῶς παρουσιαζόταν κι ἔδινε ἐντολές. Μὲ τὴν δική του καθοδήγηση πολλοὶ Θεσσαλονικεῖς ἀνέβηκαν στὰ πιὸ ψηλὰ σημεῖα τοῦ φρουρίου καὶ στάθηκαν ἀπέναντι στοὺς πολιορκητές. Κάποια στιγμὴ φάνηκε ὁλόλαμπρος ἀνάμεσά τους ὁ Ἅγιος καὶ προέβη σὲ μία ἀσυνήθιστη ἐνέργεια. Πῆρε μία μικρὴ ἀλλὰ θαυμαστὴ πέτρα καὶ χάραξε ἐπάνω της κάποια λόγια προσευχῆς.
Κατόπιν ἑτοιμάσθηκε νὰ τὴν ρίξῃ ἐνάντια στοὺς ἐχθρούς. Ἔδωσε συγχρόνως ἐντολὴ στοὺς δικούς του νὰ ἑτοιμασθοῦν ὅλοι νὰ πετοῦν πέτρες στοὺς ἐχθρούς, ὄχι μεγάλες, ἀλλὰ μικρές, αὐτὲς πού μποροῦσαν νὰ πετάξουν μὲ τὸ χέρι, ἀφοῦ δὲν διέθεταν μηχανές. Μόλις πέταξε ὁ Ἅγιος τὴν δική του πέτρα, μία πέτρα πού φαινόταν σὰν νὰ λάμπῃ, αὐτὴ πῆγε καὶ χτύπησε ἐπάνω στοὺς σωροὺς τῶν πετρῶν πού εἶχαν συγκεντρώσει πάνω στὸν πύργο τους οἱ Ἄβαροι, γιὰ νὰ τὶς ἐκσφενδονίζουν. Ἀμέσως ὅλες αὐτὲς οἱ πέτρες διασκορπίστηκαν καὶ ἔπεσαν κάτω, ἐνῷ συγχρόνως οἱ μηχανὲς ἔγιναν συντρίμμια.
Οἱ Ἄβαροι κατελήφθησαν ἀπὸ τρόμο. Οἱ Θεσσαλονικεῖς ἀπὸ τὸ τεῖχος τοῦ φρουρίου ἀναθάρρησαν. Ἔπαιρναν μικρὲς πέτρες, ἔγραφαν πάνω σ’αὐτὲς κάποια λόγια προσευχῆς καὶ τὶς πετοῦσαν ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν. Δὲν σταματοῦσαν καθόλου τὸ πετροβόλημα. Καὶ τὸ μεγάλο θαῦμα συνεχιζόταν. Αὐτὲς οἱ μικρὲς πέτρες ἔκρυβαν παραδόξως πολὺ μεγάλη δύναμη. Οἱ Ἄβαροι δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τί γίνεται. Μόλις πῆραν στὰ χέρια τους κάποιες ἀπὸ αὐτὲς τὶς πέτρες, ἀντίκρισαν μὲ ἔκπληξη γράμματα ἐπάνω τους. Δὲν γνώριζαν ὅμως ἑλληνικὰ καὶ δὲν καταλάβαιναν τὴν σημασία τους. Βρέθηκε ὅμως ἀνάμεσά τους ἕνας αἰχμάλωτος ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῶν περιχώρων τῆς Θεσσαλονίκης. Αὐτὸς διάβασε τὴν φράση !«Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, Ἅγιε Δημήτριε, βοήθει». Ἔτσι ἔγινε κατανοητὸ ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν προστασία ἑνὸς ἁγίου πού λέγεται Δημήτριος καὶ πού μόνη ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του κάνει θαύματα. Αὐτή ἡ ἀνέλπιστη ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων ἔκανε τοὺς ἐχθροὺς νὰ σταματήσουν γιὰ λίγο καιρὸ τὴν πολιορκία.
Δὲν τὸ ἔβαλαν ὅμως κάτω. Ἑτοιμάζονταν πάλι γιὰ μεγαλύτερη καὶ ἀγριότερη ἐπίθεση. Ἔτσι, ἀφοῦ συγκέντρωσαν περισσότερα στρατεύματα, ξεκίνησαν νέα ἐπίθεση κατὰ τῆς πόλεως. Μόλις ὅμως πλησίασαν πρὸς τὰ τείχη τῆς πόλεως, συνέβη αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν περνοῦσε ἀπὸ τὸ μυαλό τους.
Εἶδαν νὰ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ φρούριο τῆς Θεσσαλονίκης πάνοπλος καὶ μεγαλοπρεπὴς ὁ Ἅγιος Δημήτριος συνοδευόμενος ἀπὸ ἀναρίθμητο στράτευμα. Μπροστὰ σ’αὐτὸ τὸ θέαμα, κόπηκε τὸ αἷμα τους. Αὐτομάτως γύρισαν πρὸς τὰ πίσω καὶ ἐτράπησαν σὲ φυγή. Ἀπὸ τὴν φοβερὴ σαστιμάρα πού δοκίμασαν οὔτε κἄν σκέφθηκαν νὰ πάρουν μαζί τους τὶς διάφορες ἀποσκευές τους. Ὅλα, τρόφιμα, σκηνές, ἅρματα ἐγκαταλείφθηκαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως. Ἡ ὑπόθεση τῆς πολιορκίας εἶχε πιὰ λήξει. Ἡ πόλη γλίτωσε ἀπὸ βέβαιο ὄλεθρο. Χιλιάδες Ἄβαροι ἔπεφταν νὰ κοιμηθοῦν κι ἂν στὸ ὄνειρό τους ἄκουγαν τὴν λέξη ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, ξύπναγαν κατατρομαγμένοι. Κατάλαβαν ὅτι ὅλες τὶς πόλεις τοῦ κόσμου θὰ μποροῦσαν νὰ τὶς κυριεύσουν, ἀλλὰ αὐτὴν πού προστάτευε ὁ Ἅγιος Δημήτριος ἦταν ἐντελῶς ἀδύνατο. Καὶ ὅσοι Ἄβαροι ἦταν καλοπροαίρετοι καταλάβαιναν ὅτι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἦταν αὐτὸς τῶν Χριστιανῶν, ὅτι (ὁρισμένες περιοχὲς τὶς προστατεύουν ἅγιοι ἄνθρωποι ποὺ μὲ τὴν ζωὴ τους εὐαρέστησαν τὸν Θεό, καὶ ὅτι μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἁγίους εἶναι πολὺ δυνατοὶ καὶ ὑπερβολικὰ τρομεροὶ καὶ εἶναι μάταιος κόπος νὰ ἐκστρατεύσῃς ἐναντίον τῆς πόλεως πού αὐτοὶ προστατεύουν.
Τὸ περιστατικὸ συνέβη τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 597 μ.Χ, ἐπὶ αὐτοκράτορος Μαυρικίου.
Ἀκόμη καὶ στὶς μέρες μας ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου στὴν πόλη εἶναι ζωντανή. Δὲν εἶναι τυχαῖο λοιπόν, πού ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1913, συνέπεσε μὲ τὴ γιορτὴ τοῦ Ἁγίου στὶς 26 Ὀκτωβρίου.Τὸ Λείψανο τοῦ Ἁγ. Δημητρίου ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη, φροντίδι τοῦ Μακαριστοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος τοῦ Β΄ (Χρυσοφάκη), τὸν Αὔγουστο τοῦ 1980 ἀπὸ τὸ ἀββαεῖο τοῦ Σὰν Λορένζο in Campo ἀπὸ τὴν Ἰταλία ὅπου μετεφέρθη κλαπὲν ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους τῆς 4ης Σταυροφορίας τὸ 1204. Γιὰ 776 χρόνια ἦταν στὴν Ἰταλία καὶ γιὰ πολλὰ χρόνια ξεχασμένο μέσα σ’ἕνα κιβώριο ἐντοιχισμένο στὸ μπροστινὸ τοίχωμα τῆς Ἁγίας Τραπέζης τοῦ Ἀββαείου. Βρέθηκε τυχαία κατὰ τὴ διάρκεια ἐπισκευῶν καὶ μέσα σ’αὐτὸ μολύβδυνη ἐπιγραφὴ ποὺ ἔλεγε: "Ἐνθάδε κεῖται τὸ Λείψανο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου".* Ταῖς αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείες, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

( «Διαβάζοντας τὶς βυζαντινὲς εἰκόνες» τῆς Μαρίζας Ντεκάστρο, ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Δανιὴλ Γούβαλη)

Δεν υπάρχουν σχόλια: