ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΔΙΑΛΥΟΥΣΑ ΤΑ ΜΑΓΙΑ. Πατήρ Ιωάννης ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ


ΑΚΟΥΣΤΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΓΙΑ 40 ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΚΟ ΔΕΝ ΘΑ ΣΑΣ ΣΥΜΒΕΙ !ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΗΝ ΠΑΝΤΟΥ!

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ (Μτθ. 17, 1-9)

Τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα, ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα σημεῖα ποὺ εἶδαν οἱ μαθητές Του, λίγο πρὶν τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Καὶ πάλι, δὲν ἦταν μάρτυρες αὐτοῦ τοῦ θαύματος ὅλοι οἱ μαθητές, ἀλλὰ Πέτρος, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης, τοὺς ὁποίους πῆρε μαζί Του Ἰησοῦς καὶ ἀνέβηκαν σὲ ἕνα ὅρος ὑψηλό. Ἐκεῖ, μπροστὰ στὰ μάτια τους μεταμορφώθηκε, καὶ τὸ πρόσωπό Του ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο καὶ τὰ ροῦχα Του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς. Τότε εἶδαν τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία, τοὺς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, νὰ συνομιλοῦν μὲ τὸ Χριστό, καὶ Πέτρος εἶπε: “Κύριε, εἶναι καλὸ νὰ μείνουμε ἐδῶ. Κι ἄς κάνουμε, ἂν θέλεις, ἐδῶ τρεῖς σκηνές, μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία”. Πρὶν ἀκόμα τελειώσει τὰ λόγια του, ἕνα φωτεινὸ σύννεφο ἦλθε ἀπὸ πάνω τους καὶ ἀπὸ μέσα του ἀκούστηκε μιὰ φωνὴ ποὺ ἔλεγε: “Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο εὐαρεστοῦμαι. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε”. Μὲ τὸ ἄκουσμα αὐτό, ἔντρομοι οἱ μαθητὲς ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ τοὺς πλησίασε, τοὺς ἄγγιξε καὶ εἶπε: “σηκωθεῖτε, μὴ φοβάστε”. Ὅταν σήκωσαν τὰ μάτια τους δὲν εἶδαν τίποτα, παρὰ μόνο τὸν Ἰησοῦ. Καὶ καθὼς κατέβαιναν τὸ βουνό, τοὺς διέταξε ὁ Χριστὸς νὰ μὴ ποῦν σὲ κανένα τὸ ὅραμα, μέχρις ὅτου ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀναστηθεῖ.
Μὲ τὸ ὅραμα αὐτό, τὸ ὁποῖο ὅπως εἴπαμε συνέβη λίγο πρὶν τὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ,* θέλησε ὁ Θεὸς νὰ ἀποκαλύψῃ, μέσα στὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης ἀντίληψης, τὴ δόξα καὶ τὴ λάμψη τῆς θεότητάς Του. Μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ συνέστειλε καὶ ἔκρυψε, τρόπον τινὰ, αὐτὴ τὴ δόξα, καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς “Θείας κενώσεως”, ὅπως τὴν ἀποκαλοῦν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Σήμερα ἀφήνει νὰ ἀποκαλυφθῇ αὐτὴ ἡ δόξα στοὺς τρεῖς μαθητές Του, γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι ὁ Διδάσκαλός τους δὲν εἶναι ἁπλὰ ἕνας ἄνθρωπος σταλμένος ἀπὸ τὸ Θεό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Καὶ γιὰ νὰ μὴ δειλιάσουν, ὅταν τὶς ἡμέρες τοῦ Πάθους δοῦν τὸν σήμερα ἔνδοξο Διδάσκαλό τους νὰ ἀτιμάζεται καὶ νὰ θανατώνεται σὰν τὸν χειρότερο κακοῦργο.
Στὸ Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς ψάλουμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἀποκάλυψε στοὺς μαθητὲς τὴ δόξα Του “καθὼς ἠδύναντο”, δηλαδὴ σύμφωνα μὲ τὴ δυνατότητα μὲ τὴν ὁποία μποροῦσαν νὰ ’δοῦν τὴ θεϊκή Του δόξα, ἡ ὁποία εἶναι φῶς ποὺ φωτίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴ ζωὴ του ὁλόκληρη. Δὲν ἀποκαλύπτει πλήρως αὐτὸ τὸ φῶς, ἀλλὰ ὅσο ὁ καθένας ἀντέχει καὶ μπορεῖ νὰ ’δῇ, χωρὶς νὰ συντριβῇ ἡ προσωπικότητά του, τὸ αὐτεξούσιό του, ἡ δυνατότητα δηλαδὴ νὰ πιστεύῃ ἐλεύθερα καὶ ἀβίαστα στὸν Θεό.
Ὁ Ἰησοῦς συνομιλεῖ μὲ τὸ Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία. Ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, στὴν ἀντίστοιχη διήγηση, μᾶς λέει ὅτι συζητοῦσαν γιὰ τὸ ἐπερχόμενο Πάθος τοῦ Κυρίου. Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ παρουσία τῶν δύο μεγάλων προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὑπογραμμίζει τρία σημαντικὰ στοιχεῖα. Πρῶτον, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὄντως ὁ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου, αὐτὸς γιὰ τὸν ὁποῖο εἶχε μιλήσει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τῶν προφητῶν. Σὲ αὐτὸ ἄλλωστε συνηγορεῖ καὶ ἡ φωνή, μέσα ἀπὸ τὴ φωτεινὴ νεφέλη, ποὺ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Τὸ δεύτερο σημεῖο εἶναι ὅτι ὁ Χριστός, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος πολλὲς φορὲς τόνισε, μὲ τὴν παρουσία Του στὴ γῆ, μὲ τὴ διδασκαλία Του καὶ μὲ τὸ λυτρωτικό Του ἔργο, δὲν καταργεῖ τὸν Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ τὸν ὁλοκληρώνει, τὸν τελειοποιεῖ. Γι’ αὐτό, καὶ ἐνῷ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὑπάρχει ἔντονο τό στοιχεῖο τῆς δικαιοσύνης, στὴν Καινὴ Διαθήκη ἐπικρατεῖ ἡ ἀγάπη, ἡ μακροθυμία καὶ ἡ συγγνώμη.
Τὸ τρίτο σημαντικὸ στοιχεῖο ποὺ ὑπογραμμίζεται μὲ τὴν παρουσία τῶν προφητῶν, εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων. Μὲ αὐτὸ ἐννοοῦμε δύο πράγματα: ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν τελειώνει μὲ τὸν σωματικὸ θάνατο, ἀλλὰ προσωρινὰ χωρίζεται τὸ σῶμα ἀπὸ τὴν ἀθάνατη ψυχή του, μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς Δευτέρας παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῆς κοινῆς ἀναστάσεως ὅλων των ἀνθρώπων. Κι ἀκόμη, ὅτι ὅταν ὁ ἄνθρωπος κατορθώσῃ νὰ προσεγγίσῃ τὸν Θεὸ καὶ νὰ κοινωνήσῃ τὴν ἄπειρη ἀγάπη Του, τότε μεταλαμβάνει τῆς ὄντως Ζωῆς καὶ ἀφθαρτοποιεῖται πνευματικὰ καὶ συγκαταλέγεται μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους. Ἔτσι οἱ Ἅγιοι ὄχι μόνο εἶναι ζωντανοί, ὄχι μόνο μεσιτεύουν στὸν Θεὸ γιὰ τὴ δική μας σωτηρία, ἀλλὰ ἐμφανίζονται πολλὲς φορὲς καὶ συνομιλοῦν μὲ ταπεινοὺς ἀνθρώπους, καὶ θαυματουργοῦν.* Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν λέμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δὲν θεωροῦμε ὡς μέλη της μόνο ἐμᾶς, τοὺς ἐπὶ γῆς πιστούς, ἀλλὰ καὶ ὅλους τούς Ἁγίους καὶ τοὺς ἄγνωστους σὲ ἐμᾶς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν γευτεῖ στὴ ζωὴ τους τὸ φῶς τῆς δόξας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὴ τὴν ἔλλαμψη, αὐτὸ τὸ φῶς ἄς ἀναζητᾶμε καθημερινὰ στὶς προσευχές μας, γιὰ νὰ μᾶς φωτίζῃ καὶ νὰ μᾶς καθοδηγῇ στὴν πνευματική μας πορεία μέσα στὸν κόσμο.Ἀμήν.

π. Χερουβεὶμ Βελέτζας
Ἀπό:http://xerouveim.blogspot.com/2010/08/6-8-2010.html#more#ixzz0vigjcar9



ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ - ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΒΟΓΛΟΣ

ΠΑΤΕΡΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΒΟΓΛΟΣ Ο ιερομόναχος π. Διονύσιος Βογλός γεννήθηκε στο Βόλο στις 27 Ιανουαρίου 1954. Οι γονείς του Γεώργιος Βογλός και Γαρυφαλιά, είχαν άλλα τρία παιδιά μεγαλύτερα. Σε νεαρότατη ηλικία αναχώρησε για το Άγιο Όρος όπου εγκαταλείποντας τα πάντα, εμπιστεύθηκε τον εαυτό του στον Δεσπότη Χριστό και κάτω από την σοφή καθοδήγηση του Γέροντος Εφραίμ (μαθητή του Γέροντα Ιωσήφ του Σπηλαιώτου), ασκήθηκε στην υπακοή, την προσευχή και την ισάγγελο πολιτεία. Αρχικά ασκήθηκε στο κελλί του αγίου Αρτεμίου και αργότερα στην Ι. Μονή Φιλοθέου. Το 1990 χειροτονήθηκε στο Βόλο διάκονος και κατόπιν ιερέας από τον τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Συγχρόνως σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Θεολογία στην οποία αρίστευσε. Δύο χρόνια μετά τη χειροτονία του μετατέθηκε στην Αθήνα και τοποθετήθηκε στο παρεκκλήσιο του αγίου Δημητρίου Κυψέλης. Εκεί ανέπτυξε ευρύ πνευματικό έργο με πλούσια κηρυκτική και ανέπαυσε πλήθος κόσμου με την εξομολόγηση. Εκοιμήθη στις 27 Μαρτίου 2002 σε ηλικία 48 ετών μετά από σύντομη ασθένεια. Οι ομιλίες έχουν αναφορές γενικού κοινωνικού και χριστιανικού περιεχομένου.
 Στην διεύθυνση αυτή http://jbin4.blogspot.gr/ θα βρείτε όλες τις ομιλίες του Γέροντα Διονυσίου. Ένα πνευματικό του παιδί.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ



Ἡ γιορτὴ τῶν ἁγίων Ἀρχαγγέλων, ποὺ γιορτάζεται ἀπὸ τήν Ἐκκλησία μας στὶς ὀκτὼ (8) Νοεμβρίου, μᾶς δίνει τήν ἀφορμὴ νὰ σταθοῦμε στὴ σχετικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τὶς ἐπουράνιες Ἀγγελικὲς Δυνάμεις.
Ἤδη στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας ὁμολογοῦμε: «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεὸν Πατέρα Παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων...», δηλ. διακηρύσσουμε τήν πίστη μας ὄχι μόνο στὴν ὁρατή, ψηλαφητή, δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ σ’ ἐκείνη ποὺ δὲν ἀγγίζεται μὲ τὶς αἰσθήσεις μας, δὲν ψηλαφεῖται, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀόρατη δημιουργία Του. Οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι εἶναι ὑπάρξεις δημιουργημένες, καὶ ὑπάρχουν καὶ κινοῦνται σ’αὐτὴ τήν ἀόρατη δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὀνομασία τους «Ἀσώματοι» δείχνει αὐτὴ τήν ἀόρατή τους παρουσία.
Ἡ διακήρυξη αὐτή τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως προέρχεται ἀπὸ βιβλικὲς ἀλλὰ καὶ πατερικὲς μαρτυρίες. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στοὺς χριστιανοὺς τονίζει: «διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐκτίσθη τά πάντα, τά ἐν οὐρανοῖς καί τά ἐπὶ γῆς, τά ὁρατὰ καί τά ἀόρατα, εἴτε θρόνοι, εἴτε κυριότητες, εἴτε ἀρχαί, εἴτε ἐξουσίαι· τά πάντα δι’αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται… καί τά πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε» (Κολ. 1,16). Ὁ χρόνος ποὺ πραγματοποιήθηκε ἡ ἀόρατη δημιουργία, καὶ φυσικὰ ἡ δημιουργία τῶν Ἀγγέλων δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ προσδιορισθῇ. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, στὸ βιβλίο τοῦ Ἰὼβ σημειώνεται, ὅτι ἡ δημιουργία τους ἔγινε πρὶν ἀπὸ τόν ὑλικὸ κόσμο» ἐκεῖ διαβάζουμε νὰ παρουσιάζεται ὁ Θεὸς «διὰ λαίλαπος καὶ νεφῶν» καὶ νὰ λέῃ: «ὅτε ἐγενήθησαν ἄστρα, ἤνεσαν φωνὴ μεγάλη πάντες ἄγγελοί μου» (Ἰὼβ 38,7). Ἡ δημιουργία τῶν ἀγγέλων προϋπάρχει τῆς δημιουργίας τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, ἀλλὰ καί τοῦ ἀνθρώπου μὲ μόνο «κίνητρο» τήν «ἐκστατικὴ» ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὥστε λογικὰ κτιστὰ ὄντα νὰ μετέχουν στὴ μακαριότητά Του· «ἀνενδεὴς ὤν ἀεί, ἐποίησεν ἀγγέλους, ἀρχαγγέλους καὶ τὰς ἄλλας τῶν ἀσωμάτων οὐσίας δι’ἀγαθότητα μόνην», σημειώνει ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος».
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς διδάσκουν, ὅτι οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι εἶναι δημιουργημένα λογικὰ ὄντα ἀρχαιότερα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, εἶναι ὑπάρξεις προσωπικὲς δημιουργημένες ἀνάλογες πρὸς τόν ἄνθρωπο, «κατ’εἰκόνα Θεοῦ» μ’ἕνα περιορισμὸ: δὲν ἔχουν ὑλικὸ σῶμα· εἶναι «κατὰ χάριν» ἀθάνατοι, ἔχουν φύση νοερά, ἀεικίνητη, αὐτεξούσια, ἀθάνατη. Οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ὑπηρετοῦν τόν Θεό, ὄχι ὅτι ἔχει ὁ Θεὸς ἀνάγκη ἀπὸ κάποιες ὑπηρεσίες. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀνενδεής. Ἡ ὑπηρεσία τους εἶναι καθαρὰ δοξολογική, λειτουργική, ἀλλὰ καί τῆς ἐξαγγελίας ἀπὸ μέρους τοῦ Θεοῦ τῶν μεγάλων γεγονότων τῆς θείας Οἰκονομίας. Ἀκόμη διαδραματίζουν βοηθητικὸ ρόλο στὴν ὅλη προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιτύχῃ τή λύτρωσή του καὶ νὰ γίνῃ μέτοχος τῆς ἄρρητης μεγαλειότητος τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό ἐπισημαίνει ὁ Παῦλος γράφοντας, ὅτι οἱ ἄγγελοι εἶναι «λειτουργικὰ πνεύματα, εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν» (Ἑβρ. 1,14) ἤ ὅπως σημειώνει ὁ ὑμνογράφος «Οἱ ἄγγελοι σου, Χριστέ, τῷ θρόνῳ τῆς μεγαλωσύνης, ἐν φόβῳ παρεστῶτες, καὶ τῇ σῇ φωτοχυσίᾳ ἀεὶ λαμπόμενοι, ἐν τοῖς ὑψίστοις ὑμνωδοί σου καί τῆς βουλῆς σου λειτουργοί, ὑπό σοῦ ἐκπεμπόμενοι, νέμουσι φωτισμὸν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν».
Οἱ ἄγγελοι σὲ σχέση μὲ τόν ἄνθρωπο εἶναι ἀσώματοι καὶ ἄϋλοι. Αὐτό τό ἄϋλό τους δὲν ὁμοιάζει μέ τό ἄϋλο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄγγελος ἔχει σωματικότητα, ποὺ ὅμως εἶναι αἰθέρια, «πυροειδὴς», ὅπως τή θεωρεῖ ἡ πατερικὴ σκέψη, πολὺ πιὸ λεπτὴ ἀπὸ τήν γνωστή μας ὑλικότητα. Τό ἀγγελικὸ αὐτὸ σῶμα εἶναι «λεπτότερον» τῆς γνωστῆς ὕλης. Αὐτὸ ποὺ ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι οἱ ἄνθρωποι «ἐν τῇ ἀναστάσει... ὡς ἄγγελοι Θεοῦ εἰσι» (Μτθ. 22,30), ἐνισχύει τή θέση, ὅτι ἡ σωματικότητα τῶν ἀγγέλων ἔχει συγγένεια μὲ τήν ὑλικότητα. Βέβαια δὲν πρέπει νά μᾶς παραξενεύῃ αὐτό,γιατὶ σύμφωνα μὲ τή σύγχρονη Φυσική, τή μικροφυσική, τό πρόβλημα τῆς ὕλης εἶναι πολὺ διαφορετικὸ καὶ ξένο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ οἱ αἰσθήσεις μας κατανοοῦν καὶ οἱ ὑλιστικὲς θεωρίες προσπάθησαν νὰ ἑρμηνεύσουν. Ἡ κβαντομηχανικὴ ἔχει ἀνατρέψει τό λεγόμενο αἰτιοκρατικὸ οἰκοδόμημα, καὶ δείχνει, ὅτι μέσα στὸν «μικρόκοσμο» τά ἴδια πράγματα παρουσιάζονται πότε σὰν σωματίδια, πότε σὰν ἠλεκτρομαγνητικὰ κύματα. Κύματα ποιᾶς οὐσίας;... Φαίνεται τελικὰ ὅτι, αὐτὸ ποὺ λέμε ὕλη ἔχει περισσότερο πνευματικὸ στοιχεῖο ἀπ’αὐτὸ, ποὺ οἱ αἰσθήσεις μας ψηλαφοῦν.
Οἱ ἄγγελοι δὲν δημιουργήθηκαν σὲ κατάσταση, ποὺ νὰ ἔχῃ προοπτικὴ τῆς τελειώσεώς τους, ὅπως ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος καὶ προπτωτικά, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μεταπτωτικὰ νὰ τείνῃ σὲ τελείωση. Δημιουργήθηκαν ἀναλλοίωτοι, μόνο πού τό στοιχεῖο αὐτὸ ἔχει σχέση μὲ τή σύσταση καὶ κατασκευὴ τους, καὶ ὄχι μὲ τήν προαίρεσή τους. Μόνο τό ἄκτιστο εἶναι ἀμετάβλητο καὶ ἀναλλοίωτο. Στοὺς ἀγγέλους δόθηκε ἡ δυνατότητα «μένειν καὶ προκόπτειν ἐν τῷ ἀγαθῷ» ἤ «ἐπί τό χεῖρον τρέπεσθαι». Σ’αὐτὴ ἀκριβῶς τή δυνατότητα τοποθετεῖται καὶ ἡ πτώση τοῦ Ἑωσφόρου.
Ὁ Ἑωσφόρος, μαζὶ μὲ τήν ὁμάδα του, κινήθηκε ἀπὸ ἀλαζονεία, θέλησε δηλ. νὰ ἐξισωθῇ μὲ τόν Θεό, «εἰς τόν οὐρανὸν ἀναβήσομαι, ἐπάνω τῶν ἄστρων τοῦ οὐρανοῦ θήσω τόν θρόνον μου· καθιῶ ἐν ὄρει ὑψηλῷ ἐπί τά ὄρη τά ὑψηλὰ πρὸς βορρᾶν ἀναβήσομαι ἐπάνω τῶν νεφελῶν, ἔσομαι ὅμοιος τῷ Ὑψίστῳ». (Ἡσ. 14,13)
Ἡ ἀλαζονική του ὅμως τόλμη τιμωρήθηκε, καὶ ὁ Ἑωσφόρος, μαζὶ μὲ την ὁμάδα του, ξέπεσε τῆς θέσεώς του καὶ ἀπὸ ἄγγελος ἔγινε ὁ σατανᾶς, καὶ οἱ ἄγγελοί του διάβολοι. Τό τραγικὸ τόλμημά του, καὶ ἡ τρομακτικὴ ἔκπτωσή του, «ἐθεώρουν τόν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα» (Λκ. 10,18), ἔγινε παράδειγμα πρὸς ἀποφυγή.
Ὁ πρωτοστάτης ἀρχάγγελος Μιχαήλ, τό ὄνομα τοῦ ὁποίου θὰ πῇ «τὶς ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν», «ἰδὼν τόν ἀποστάτην πεσόντα, συνήγαγε τούς τῶν ἀγγέλων χορούς, καὶ εἰπών, «Πρόσχωμεν!», ὕμνησε μετὰ φωνῆς τόν τῶν ὅλων Κύριον, ὡσὰν ἀεὶ λέγων ὅτι πρόσχωμεν ἡμεῖς οἱ κτιστοὶ γεγονότες, τὶ πεπόνθασιν οἱ μεθ’ἡμῶν μέχρι τοῦ νῦν φωτὸς ὑπάρχοντες, καὶ νῦν γενόμενοι σκότος. Ἡ τοιαύτη οὐν συγκρότησις ὠνομάσθη σύναξις τῶν Ἀγγέλων, τοὐτέστιν προσοχὴ καὶ ὁμόνοια καὶ ἕνωσις», καὶ γιορτάζεται ἐπετειακὰ ἀπὸ τήν ἁγία Ἐκκλησία μας στὶς 8 Νοεμβρίου. Ἡ πρώτη μάχη μὲ την κακότητα τοῦ σατανᾶ κερδήθηκε μέσα ἀπὸ τήν ταπείνωση τῶν Ἀγγελικῶν δυνάμεων. Ὅλοι οἱ Ἄγγελοι μετὰ τή δοκιμασία αὐτὴ σταθεροποιήθηκαν στὴν ἀρετή, καὶ ἀνήκουν στὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἔχει ἤδη σωθεῖ. Οἱ μάχες τῶν Ἀγγέλων συνεχίζονται, καὶ ἔχουν στόχο τήν προφύλαξη τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὑπεροχή τῶν Ἀγγέλων σὲ σχέση πρὸς τόν ἄνθρωπο μετὰ τήν πτώση του εἶναι σαφής, ὅμως μετὰ τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ φτάσῃ στὴ θέωση καὶ νὰ ξεπεράσῃ τή μακαριότητα τῶν Ἀγγέλων. Ἤδη μιὰ ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ἡ Κυρία Θεοτόκος, ὑπέρκειται ὅλων τῶν Ἀσωμάτων Δυνάμεων. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ «τιμιωτέρα τῶν χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξότερα ἀσυγκρίτως τῶν σεραφεὶμ».
Τέλος νὰ σημειώσουμε, ὅτι ὁ ἀριθμός τους εἶναι πολὺ μεγάλος, χωρίζεται σύμφωνα μὲ τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη σὲ τρεῖς τρίχορους ὁμάδες· α) Χερουβείμ, Σεραφείμ, Θρόνοι, β) Ἐξουσίες, Κυριότητες, Δυνάμεις, καὶ γ) Ἄγγελοι, Ἀρχάγγελοι, Ἀρχές. Ἡ διάκριση αὐτὴ ἔχει πιὸ πολὺ λειτουργικὴ χροιά, ἴσως δὲ καὶ μετοχῆς στὴ θεία μακαριότητα.
Προστασίαις τῶν Τιμίων Ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Τοῦ ΚΩΝ. ΦΙΟΡΑΚΗ Πρωτοπρεσβυτέρου



ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΛΟΥΚΑ (Λκ. η΄ 27-39) Ο ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟΣ

Μεστὴ ἡ διήγηση τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου καὶ γεμάτη διδάγματα. Ἡ ἱστορία εἶναι λίγο – πολὺ γνωστὴ σὲ ὅλους: φτάνοντας ὁ Κύριος σὲ μία πόλη, στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν ( ἤ Γεργεσηνῶν ἤ Γερασηνῶν ), συναντᾶ ἕναν ἄνθρωπο δαιμονισμένο ποὺ δὲν φοροῦσε ροῦχα καὶ περιφέρονταν σὰν ἀγρίμι στὶς ἐρημιές. Τά δαιμόνια ἀμέσως ἀναγνωρίζουν τόν Θεὸ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καὶ ζητοῦν ἀπὸ αὐτὸν* νὰ μήν τά ἐξορίσῃ στὴν ἄβυσσο, ἀλλὰ νά τούς ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέλθουν σὲ μιὰ ἀγέλη χοίρων. Ἔτσι καὶ ἔγινε, καὶ εὐθὺς οἱ χοῖροι ἔπεσαν μὲ ὁρμὴ στὸν γκρεμὸ καὶ σκοτώθηκαν. Ὅταν μαθεύτηκε τό γεγονὸς στὴν πόλη, βγῆκαν οἱ κάτοικοι νὰ δοῦν τό θαῦμα μέ τά ἴδια τους τά μάτια, καὶ βρῆκαν τόν πρὶν δαιμονισμένο ἤρεμο καὶ ντυμένο νὰ κάθεται κοντὰ στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ νὰ ἀκούῃ εὐλαβικά τούς λόγους Του. Ὡστόσο, ἀντὶ νὰ θαυμάσουν καὶ νὰ πιστέψουν στὴ μεγαλωσύνη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνοι κυριευμένοι ἀπὸ φόβο ζήτησαν ἀπό τό Χριστὸ νὰ φύγῃ μακριὰ ἀπὸ τή χώρα τους. Μόνος ὁ πρὶν δαιμονισμένος παρακαλοῦσε τόν Κύριο νὰ τόν πάρῃ μαζὶ Του, ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοῦ εἶπε νὰ ἐπιστρέψῃ στὸ σπίτι του καὶ νὰ διηγεῖται σὲ ὅλους τό θαῦμα ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Θεός.

Ἴσως ἡ ἱστορία νὰ φαντάζῃ ἀπόμακρη καὶ ξένη πρὸς ἐμᾶς, ὅμως δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ ἡ καρδιά μας κυριεύεται ἀπὸ τόν πειρασμὸ καὶ ταλαιπωρεῖται ἀπὸ τήν ἐπήρεια τῶν δαιμόνων. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη κανεὶς νὰ βρεθῇ στὴν δεινὴ κατάσταση τοῦ δαιμονισμένου τῆς σημερινῆς περικοπῆς, μιᾶς ποὺ ὅταν ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου κυριευτῇ ἀπό τούς πονηροὺς λογισμούς, ἡ πνευματικὴ του πορεία εἶναι ἄκρως καταστροφική. Αὐτό μᾶς βεβαιώνει καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Νοῦς ἀποστάς τοῦ Θεοῦ κτηνώδης γίνεται ἤ δαιμονιώδης», δηλ. ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεό, ἤ συμπεριφέρεται ὅπως τά ζῶα ἤ κυριεύεται ἀπό δαιμόνια. Συχνὰ ἀκοῦμε γιὰ ἐγκλήματα ποὺ ἔχουν διαπραχθεῖ «ἐν βρασμῷ ψυχῆς», συχνὰ διαπράττουμε λάθη θολωμένοι ἀπὸ τήν ἔνταση τοῦ πάθους τῆς στιγμῆς καί τοῦ ψυχικοῦ ἀναβρασμοῦ ποὺ μᾶς κυριεύει. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ὅταν παραδοθοῦμε στὸν πειρασμό, τότε σταματᾶ κάθε ἔννοια λογικῆς καὶ αὐτοκυριαρχίας, καί τά ἀποτελέσματα εἶναι ἀνάλογα μὲ τήν αὐτοκαταστροφικὴ μανία ποὺ κυρίευσε τούς χοίρους τῆς σημερινῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς.
Ὡστόσο δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μᾶς κυριεύει κανένας φόβος. Γιατὶ ἔχουμε σύμμαχο καὶ ἰατρὸ τόν ἴδιο τό Θεό, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἂν ἡ συνάντηση καὶ μόνο τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ μὲ τόν Κύριο ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νά τοῦ χαρίσῃ τήν ἐλευθερία ἀπό τά δαιμόνια ποὺ τόν τυραννοῦσαν, καὶ γιὰ μᾶς ἡ σωτηρία καὶ ἡ λύτρωση βρίσκεται στὴν δική μας προσωπικὴ συνάντηση μὲ τόν Χριστό. Μέσα ἀπὸ τή μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπὸ τή Μυστηριακὴ ζωὴ ποὺ πραγματώνεται στὴν Ἐκκλησία, μέσα ἀπὸ τή συχνὴ μετάληψη (ἀξίως…) τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, καὶ τέλος μὲ συνεπῆ καὶ σώφρονα βίο, ἔχουμε τή δυνατότητα νὰ συμμετέχουμε στὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ πρὸς τόν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τή λύτρωση, ἀπὸ τήν Ἀνάσταση καὶ τή Ζωή.
Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ἐκείνης φοβήθηκαν καὶ στὴ συνέχεια ζήτησαν ἀπὸ τόν Ἰησοῦ νὰ φύγῃ. Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ καὶ σήμερα οἱ ἄνθρωποι, ὅταν δοῦν τή δύναμη καί τά θαύματα τοῦ Θεοῦ, φοβοῦνται καὶ προτιμοῦν νὰ ζοῦν μέ τά πάθη τους, παρὰ νὰ ἀποδεχτοῦν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐξουσιάζει τά πάντα στὸν κόσμο, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μετρημένες ἀκόμα καὶ τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς μας, ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει τά πάντα καὶ προσβλέπει σ’ ἐμᾶς μὲ ἀγάπη καὶ κρούει καθημερινὰ τήν θύρα τῆς ψυχῆς μας, περιμένοντας νὰ Τοῦ ἀνοίξουμε, νὰ Τόν δεχτοῦμε, καὶ νὰ γεμίσῃ ἔτσι μὲ τήν παρουσία Του τή ζωὴ μας μὲ Φῶς, μὲ ἐλπίδα, μὲ γαλήνη, μὲ σιγουριά. Οἱ κάτοικοι ἐκείνης τῆς πόλης ἔδιωξαν τόν Κύριο, καὶ ἔτσι κάνουμε κι ἐμεῖς συχνά, γιατὶ γιὰ νὰ Τόν ἀποδεχτοῦμε χρειάζεται ταπείνωση, καὶ προπαντὸς χρειάζεται μετάνοια. Καὶ δυστυχῶς, κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν μᾶς εἶναι εὔκολο, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἀπορρίψουμε τό ἐγώ μας, νὰ παραδεχτοῦμε τά λάθη μας, νὰ ἀναγνωρίσουμε τήν ἀδυναμία μας, νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι δὲν εἴμαστε ἐμεῖς ποὺ ἐξουσιάζουμε τή ζωὴ μας καὶ τόν κόσμο, ἀλλὰ ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός.
Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει. Ἀκόμα κι ἂν Τόν ξεχνοῦμε, ἀκόμα κι ἂν Τόν ἔχουμε ἀποκλείσει ἀπὸ τή ζωὴ μας, στέλνει ἀνάμεσά μας τά σημάδια τῆς παρουσίας Του, φέρνει κοντὰ μας ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν ζήσει τό θαῦμα στὴν προσωπικὴ τους ζωή, ὅπως ἔστειλε τόν πρὶν δαιμονισμένο ἀνάμεσα στοὺς συμπολῖτες του, γιὰ νὰ γίνῃ ἐκεῖνος ὁ ζωντανὸς κήρυκας τῆς ἀλήθειας. Ἀκόμα κι ἂν στὴ ζωὴ μας κυριαρχεῖ τό σκοτάδι καὶ ἡ ἀπελπισία, ὁ Θεὸς στέλνει τούς ἀνθρώπους ἐκείνους, ποὺ ὄντας ἴσως σὲ χειρότερη θέση ἀπὸ τή δική μας, ἔτυχαν τῆς εὐεργεσίας τοῦ Κυρίου καὶ ἄλλαξε ἐντελῶς ἡ ζωὴ τους.
Εἶναι ἑπομένως δική μας ἐπιλογή, μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά, τό ἂν θὰ θελήσουμε νὰ συναντήσουμε τόν Χριστὸ καὶ νὰ Τόν βάλουμε στὴ ζωὴ μας, ἤ ἂν θὰ παραμείνουμε στὸ σκοτάδι τοῦ θανάτου ποὺ μᾶς ὑπαγορεύει ὁ πειρασμός. Εἶναι ἐπιλογή μας τό ἂν θὰ ἀκολουθήσουμε μιὰ καταστροφικὴ πνευματικὰ πορεία, ἤ μία Ἀναστάσιμη καὶ φωτεινή. Ὁ ἀγῶνας μας δὲν εἶναι πάντοτε εὔκολος. Ἔχουμε ὅμως τόν ἰσχυρότερο σύμμαχο μαζὶ μας, ἀρκεῖ, σὰν τόν ἄνθρωπο τῆς σημερινῆς περικοπῆς, νὰ ζητήσουμε ἀπό τό Χριστὸ νὰ εἶναι μαζὶ μας, καὶ νὰ Τόν δεχτοῦμε στὴ ζωὴ μας καὶ νὰ Τόν ἀκολουθήσουμε. Ἀμήν. Γένοιτο.



Κυριακή Β΄Λουκᾶ - Ἄνθρωπε ἀγάπα!


«…πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες»
Μιὰ «ἄλλη» πρόταση ζωῆς καταθέτει Ἐκκλησία σήμερα στὸν κόσμο, καθι στῶντάς τον κοινωνὸ στὰ λόγια τοῦ Νυμφίου της. Μιὰ πρόταση ἐπαναστατι κή, ὄντως νέα καὶ δυνατὰ ἀνθρώπινη: «…Ἐγὼ σᾶς λέγω νἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς σας καὶ νὰ τοὺς εὐεργετῆτε καὶ νὰ τοὺς δανείζετε, χωρὶς νὰ ἐλπίζε τε σὲ κανένα ἀντάλλαγμα…» (Λκ.στ΄35).
Πρόκειται γιὰ τὴν «πρόταση» τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι γλυκύ τερη καὶ πιὸ δυνατὴ ἀπ τὴ ζωή, ποὺ δὲν λογαριάζει τίποτε ὄντας πιὸ ἰσχυρὴ κι ἀπτὸ θάνατο. Πρόκειται γιὰ τὴν μοναδικὴ ἀπάντηση στὸν κόσμο, ποὺ αὐτοφυλακισμένος στή βία καὶ στὴ λατρεία τοῦ μίσους, γεύεται τὴν ἀπόγνω ση, μυρίζοντας θάνατο. γῆ πιὰ ἔχει καταντήσει νὰ γίνῃ ἕνα στοιχειωμένο δάσος ἀπὸ σταυρούς, μνήματα ξερά, κρεμάλες, στρέβλες, τροχούς, μάγγανα καὶ φραγγέλια. Γίνηκε ἕνας τόπος ἐξορίας, γιατὶ ἀνάμεσά μας ἀνοίξαμε πόλε μο ἀνελέητο, γιατὶ καθένας μας, σὰν πεινασμένο κοράκι, τροφὴ βλέπει στοῦ ἀδελφοῦ τὸ πτῶμαΣαὐτὸν τὸν κόσμο, ποὺ «Ἄβελ καὶ Κάϊν ξαναζοῦν γιὰ νὰ ξανασκοτωθοῦν, ποὺ ᾅδης ὅλο καὶ πιότερο γυρεύει, πεινῶντας ἀβυσσαλέα, τὸν ἀν θρώπινο κολασμό, δίχως ἔλεος κανένα, σαὐτὸν τὸν κόσμο Χριστὸς κραυγάζει: ἌνθρωπεαἀγάπαΚόλασητὸ μαρτύριο τοῦ νὰ μὴν ἀγαπάῃ κανεὶς» (Ντοστογιέφσκι)
Στὸν ἄνθρωπο τοῦ 2000 μ.Χ. ποὺ πασχίζει νὰ πείσῃ τοὺς πάντεςκαὶ περισσότερο ἀπ ὅλα τὸν ἑαυτὸ τουὅτι καθαρὴ ἀνθρώπινη ἀγάπη μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ χωρὶς τὴν ἀγάπη στὸ Θεό, ὅτι αὐτὴ μόνη μπορεῖ νὰ γεμίσῃ τὸ κενὸ ποὺ ἄφησε …«θάνατος τοῦ Θεοῦ», Ἐκκλησία λέει ξεκάθαρα ὅτι ἀγάπη εἶναι ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΟ μυστήριο· εἶναι πυρσὸς ποὺ πυρακτώνει τὴν καρδιὰ μας γιὰ «πόθο ἄπειρο τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν μας» (Συμεὼν Νέος Θεολόγος). Εἶναι μιὰ θυσία, εἶναι καύση τῆς καρδιᾶς γιὰ ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ, ἕνα προσκύνημα πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς μας τοὺς ἀνθρώπους, πληρωμένο μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς σὰν ἀγαπᾶμε, «δὲν προσκυνᾶμε οὐσιαστικά τοὺς ἀδελφοὺς μας, ἀλλὰ τὸ Θεὸ προσκυνᾶμε- ἄλλωστε ἔχει λεχθεῖ: εἶδες τὸν ἀδελφὸ σου, εἶδες Κύριο τὸ Θεὸ σου» (Ἀββᾶς Ἀπολλὼ).
Ἀγάπη χωρὶς τὸ Θεὸ δὲν ὑπάρχει. Μόνο ἂν ἀγαπᾶμε ἀληθινὰ τὸ Θεὸ μποροῦμε νἀγαπήσουμε τὸν ἄνθρωπο· καὶ μόνο ἂν ἀγαπᾶμε ἀληθινὰ τὸν ἄνθρωπο, μποροῦμε νἀγαπήσουμε τὸ Θεό«Γιατὶ ἂν πράγματι Θεὸς εἶναι ἀγάπη, τότε ἀποξενωμένος ἀπτὴν ἀγάπη, εἶναι ἀποξενωμένος ἀπτὸ Θεὸ» (Μάξιμος Ὁμολογητὴς). ἀγάπη εἶναι δρόμος ποὺ ἑνώνει τὴν κτίση μὲ τὸν Κτίστη της καὶ τοὺς ἀνθρώπους ἀναμεταξὺ τους σὲ ἑνότητα, εἶναι ἄνοδος πρὸς τὴν βασιλεία Του, εἶναι ὁδὸς πρὸς τὴ θεανθρώπινη κοινωνία κι ἕνωση, δυνατότητα τῆς ἐνοικήσεως τοῦ Χριστοῦ σὲμᾶς,  γλυκιὰ αἴσθηση τῆς παρουσίας Του. Εἶναι πραγμάτωση τῆς ζωῆς, σὲ ἀντὶθεση μὲ τὸ μῖσος, ποὺ μονάχα σὰν τρέλα, σὰν πράξη αὐτοκτονίας τὸ βίωνε αἰῶνες τώρα ἄνθρωπος«Ἂν ἀγάπη εἶναι ζωή, θὰπῇ ὅσιος Θαλάσσιος, τότε τὸ μῖσος πρὸς τὸν πλησίον εἶναι θάνατος»,  θάνατος ποὺ φαντάζει σὰν μοναδικὴ ἐπιλογὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἀγαπᾶ δὲν τὸν ἀγαποῦνΣτὴν ἀσκητικὴ κυρίως γλῶσσα ἄρνηση κατάλυση τῆς ἀγάπης του ταυτίζεται μὲ τὸ μαρτύριο τῆς κολάσεως, μὲ τὴν ἴδια τὴν κόλαση, μὲ τὴν ἀπύθμενη θλίψη καὶ τὴ μόνωση. Γιατὶ κόλαση παρουσιάζει ἕναν ἐγωκεντρισμὸ τῶν ἄκρων, ποὺ μόνο ἀνθρώπινη καρδιὰ ἀδύναμη νἀγαπήσῃ γνωρίζει Ντοστογιέφσκι ὁρίζει τὴν κόλαση σὰν «τὸ μαρτύριο τοῦ νὰ μὴν ἀγαπᾶ κανεὶς», γιατὶ γνωρίζει καλὰ ὅτι κόλαση δὲν εἶναι τόπος, ἀλλὰ τρόπος ὀδυνηρῆς ζωῆς, σφραγισμένος ἀπτὴν ἀπουσία τῆς προσωπικῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἀγάπης.
Ἰσαὰκ Σύρος, μιλῶντας γιὰ τὸ πόσο «σκληρὸ» καὶ «πικρὸ» εἶναι τὸ «κολαστήριο», μᾶλλον δὲ τὸ «μαστίγιο» τῆς ἀγάπης, θὰπῇ ὅτι κόλα ση σημαίνει ἀκοινωνησία, σημαίνει τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου «νὰ βλέπῃ τὸν ἄλλον πρόσωπο μὲ πρόσωπο»· σημαίνει «τὰ νῶτα τοῦ ἑνὸς νὰ εἶναι κολ λημένα μὲ τὰ νῶτα τοῦ ἄλλου», γιατὶ « λύπη ποὺ μπαίνει στὴν καρδιὰ ἀπτὴν ἁμαρτία ἀπέναντι στὴν ἀγάπη, εἶναι ὀξύτερη ἀπὸ κάθε πραγματικὴ κόλα ση»! Γιὰ τοὺς Ἁγίους ἀγάπη σημαίνει κένωση (ταπείνωση), αὐτοπαραίτηση ἀπτὶς δυνάμεις τοῦ «ἐγὼ», ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ μας- σημαίνει τὴν τέχνη τοῦ νὰ δίνῃς κι ὄχι νὰ παίρνῃς, νὰ κερδίζῃς τὴ ζωή, δίνοντάς την γιὰ τοὺς ἄλλους, νὰ πέφτῃς ἄπειρες φορὲς καθημερινὰ στὴν φωτιὰ γιὰ τὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων κι ὅμως νὰ μὴ χορταίνῃς ἀπαὐτὴ σου τὴν προσφορὰ (Ἰσαὰκ Σύρος).
Γιαὐτὸ ἀγάπη δὲν περιορίζεται σὲ ὁρισμοὺς σὲ ἠθικόλογα «πρέπει», δὲν ἀποτελεῖ κάποια συνταγή, ἀλλὰ εἶναι ἔκφραση τῆς ὀδύνης τοῦ ἀνθρώπου μπροστὰ στὶς συγκεκριμένες ὑπάρξεις, εἶναι δύναμη ποὺ χαριτώνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ὑπερβαίνῃ κάθε ἀτομικὸ ὅριο καὶ νἀγκαλιάζῃ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι αὐτὴ ποὺ «ἀλλοιώνει τὴν φύση τῶν πραγμά των» (Χρυσόστομος), ποὺ βγάζει τὸ ἄτομο ἀπτὴν αὐτάρκειά του καὶ τὸ ὁπλίζει μὲ τὸ σφρῖγος νὰπῇ οἱ «ἄλλοι» δὲν εἶναι κόλασή μου, ἀλλὰ «οἱ ἄλλοι εἶναι Θεὸς μου» (Εὐεργετινός). Εἶναι δύναμη νὰ κερδίσωμε τὸν ἀδελφὸ μας, γιατὶ «ἐὰν κερδίσωμε τὸν ἀδελφὸ μας, τὸν Θεὸ κερδίζαμε» (Μ. Ἀντώνιος). Εἶναι τὸ «τέλος τῶν ἀρετῶν» (Μάρκος Ἀσκητὴς), γλυκιὰ ἐμ πειρία τῶν Πατέρων, ποὺ γλυκόλαλα κράζει στὶς καρδιὲς μας«Τὴν ὥρα ποὺ θὰ καλύψωμε τὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ μας, καὶ Θεὸς σκεπάζει τὸ δικὸ μας. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ θὰ φανερώσωμε τὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ μας, καὶ Θεὸς θὰ φανερώσῃ τὸ δικὸ μας» (Ἀββᾶς Ποιμὴν). Εἶναι τέχνη νὰ ἐξαρπάζῃς μιά ψυχὴ ἀπτὴν ἀνάγκη καὶ τὰ δεινὰ της, τὴ στέρηση καὶ τὰ βάσανα (Ποιμὴν τοῦ Ἑρμᾶ). Ἀμήν.